Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017




Τίνα
Κουτσουμπού

Ο καινούργιος και επτά ακόμη διηγήματα


Του καιρού γυρίσματα και επτά ακόμη διηγήματα




η λιτότητα μιας ενδιαφέρουσας αφήγησης
Η σύντομη γραφή, με μορφή διηγήματος, βρίσκεται τα τελευταία χρόνια συχνά στις πρώτες επιλογές των πεζογράφων, παλαιότερων και νέων, κατ’ επέκταση και σε καλή σειρά στις προτιμήσεις των αναγνωστών. Η μικρή σε μέγεθος διήγηση έχει την ιδιαιτερότητά της, γιατί  πρέπει μέσα στον μικρό χώρο των λίγων σελίδων αλλά και στον σύντομο χρόνο μιας ανάγνωσης να τα έχεις πει όλα, να έχεις κερδίσει τον αναγνώστη, με άλλα λόγια να έχεις αφήσει το αποτύπωμα γραφής. Όλο αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, αν θες να το διαχειριστείς σωστά, γι’ αυτό και αποτυγχάνουν - μιλώντας για τους συγγραφείς - όσοι το επιλέγουν σαν μια ακόμη ευκολία στα δύσκολα της συγγραφής. Από την άλλη, ο αναγνώστης ίσως αυταπατάται, αν νομίζει ότι το διήγημα συνιστά γι’ αυτόν επίσης ένα ξεκούραστο διάβασμα. Έτσι κι αλλιώς, το όλο εγχείρημα της ανάγνωσης έχει τη σημασία του, όταν αφοσιωθεί κανείς σε διαβάσματα που επιλέγει με κριτήριο το αληθινό ενδιαφέρον που
παρουσιάζουν, ανεξάρτητα από την
  έκτασή τους.
Η Τίνα Κουτσουμπού είναι πεζογράφος και έχει δοκιμαστεί στη μικρή φόρμα του διηγήματος με δύο ως τώρα συλλογές, η κάθε μία με οκτώ διηγήματα.



«Ο καινούργιος και επτά ακόμη διηγήματα»

 εκδόσεις Γαβριηλίδης

Διαβάζοντας από την πρώτη συλλογή, απομονώνω αυτό το απόσπασμα από το διήγημα που δίνει τον τίτλο σε ολόκληρη τη συλλογή:


[…]Είχε δυνατά παπούτσια κακοβερνικωμένα κι αρματωμένα με καρφιά στις σόλες. Οι άλλοι δεν τον πρόσεχαν στα διαλείμματα. Καθόταν πάντα μόνος στο παγκάκι της αυλής, κάτω από τη μουριά και φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του. Οι στριγκές φωνές των κοριτσιών που αντάλλασσαν αστεία και κυνηγιόνταν με τ’ αγόρια των μεγαλύτερων τάξεων ούτε που τάραζαν τον άγνωστο σε μένα κόσμο του. Κι όμως, φαινόταν ιδιαίτερο παιδί και ήταν ευαίσθητος. Αυτό το τελευταίο το κατάλαβα προχθές στην ξαφνική νεροποντή, που πήρε μαζί της τις ξεχαρβαλωμένες στέγες και κεραίες από τα χαμόσπιτα της γειτονιάς.



Καμιά φορά αρκεί να διαβάσεις δυο-τρεις αράδες από το γραπτό κάποιου για να αισθανθείς πως ο λιτός τρόπος παρουσίασης ενός θέματος μπορεί να μιλήσει καλύτερα κι από πολλές σελίδες πυκνογραμμένης περιγραφής και αφήγησης. Έτσι κι εδώ ήταν αρκετές λίγες σειρές για να μας βάλει κατευθείαν στο θέμα της. Αυτόν τον καινούργιο αξίζει να τον διαβάσει κανείς.
Τα θέματα που παίρνουν ζωή στα διηγήματα του βιβλίου είναι απλά και καθημερινά, σαν να βγήκαν από τη δική μας σκέψη, σαν οι ήρωές τους να κατοικούν δίπλα μας και να κινούνται στον δικό μας χώρο, στον μικρόκοσμο που μας περιβάλλει. Ως προς αυτό, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι το θέμα ενός διηγήματος θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν είχε αντληθεί από έναν κόσμο πιο περίπλοκο και αν είχε αναλύσει (όσο φυσικά του επιτρέπει η έκτασή του) ήρωες με περισσότερο μπερδεμένη ιστορία ζωής. Δεν συμφωνώ. Νομίζω ότι το διήγημα έχει το δικό του προφίλ στον κόσμο της συγγραφής. Δεν οφείλει να ανταποκριθεί οπωσδήποτε σε καθορισμένες αρχές γραφής – εκτός φυσικά από αυτές που το οριοθετούν ως είδος: μικρή έκταση, ένας ήρωας, στοιχειώδης πλοκή. Είναι περισσότερο ελεύθερος ο δημιουργός του να μας ξαφνιάσει με την πρωτοτυπία του, να ανοίξει έναν διάλογο γύρω από τις συγγραφικές του επιλογές. Έχουμε, λοιπόν, εδώ οκτώ συνολικά μικρά διηγήματα που μπορεί να μη φιλοδοξούν να ονομαστούν ιστορίες ακριβώς, ωστόσο  επάξια φέρουν τον τίτλο, καθόσον το καθένα απ’ αυτά συνιστά μια εικόνα (με αρχή, μέση και τέλος), με ήρωα ξεκάθαρα διαγραφόμενο, με πλοκή ελάχιστη αλλά ενδιαφέρουσα. Και με μια ιδιαιτερότητα, ενδιαφέρουσα κι αυτή: τα διηγήματα αυτά δεν μας ξαφνιάζουν στο τέλος τους, όπως συνηθίζεται σ’ αυτές τις σύντομες γραφές. Η έκτασή τους είναι τόση, όση χρειάζεται για να μας τραβήξει την προσοχή και για να ταυτιστούμε με τη σκέψη και τη δράση των ηρώων τους, χωρίς να ασφυκτιά η ιστορία τους.
Αυτοί οι ήρωες μιλούν απλά και συχνά χαμηλόφωνα, μας παρουσιάζουν τις σκέψεις τους αφήνοντας την αίσθηση ότι περισσότερο φιλοσοφούν πάνω στα δεδομένα της ζωής τους. Μια ζωή που οι ίδιοι δεν μπορούν να διαχειριστούν, αφού οι συνθήκες γύρω τους έχουν αποφασίσει προ πολλού κι έχουν καθορίσει τα πλαίσια των κινήσεών τους. Τι απομένει, λοιπόν, στη δική τους βούληση; Εδώ ακριβώς έγκειται και το περιεχόμενο της πλοκής  των διηγημάτων αυτών. Μέσα σε μια πόλη που γιγαντώνεται γύρω τους χωρίς να αφήνει τα περιθώρια να απλώσουν τις ελπίδες τους, ίσως η συμφιλίωση με την κατάσταση να είναι η επιλογή που τουλάχιστον αφήνει μια γαλήνη στην ψυχή. Ή αλλού, σε μια Αθήνα της κρίσης και της εξαθλίωσης, ίσως το βλέμμα που ρίχνουν στον άνθρωπο δίπλα τους (όσο μπορούν και αντέχουν) να είναι η παρέμβαση των ηρώων σ’ αυτό το πλέγμα της αδικίας και της ανισότητας. Όπως θα δηλώσει μια ηρωίδα:

[…]Μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά.

Έτσι αντιμετωπίζονται απώλειες  προσωπικές, έτσι και μια επώδυνη αναδρομή της μνήμης σε άλλες μακρινές καταστροφές και σε άλλα ξεριζώματα από αγαπημένες πατρίδες:

[…]Δεν θυμάμαι άλλα, Θάλεια μου, από όλη αυτή την τραγωδία. Είναι σαν τις ιστορίες που οι καλοί στο τέλος σώζονται, αφού πάντα στον κόσμο υπάρχουν πονετικοί άνθρωποι.

Στο διήγημα Ο καινούργιος, η συγγραφέας «διδάσκει» μέσα σε λίγες σελίδες τη στάση απέναντι στον διαφορετικό που η μοίρα τον έριξε δίπλα σε τόσο όμοιους -όπως πιστεύουν- μεταξύ τους. Μια αλλαγή της κλειστής οπτικής που καταδικάζει σε απομόνωση, ένα άλλο βλέμμα στο διαφορετικό στοιχείο, που ο καθένας έχει μέσα του, μια ακόμη συμφιλίωση με τον κόσμο και τον άνθρωπο.
Τέτοιες επιλογές και παρεμβάσεις διαμορφώνουν μια αισιόδοξη οπτική στους ήρωες, αν και έχουν να αντιπαλέψουν με αντίξοες συνθήκες και με εφόδιο τα πενιχρά τους υλικά μέσα, με αξίες όμως που διασώζουν στο βάθος του εαυτού τους.
Στο διήγημα που διάλεξε η συγγραφέας για να κλείσει τη συλλογή της, παρατηρούμε ένα διαρκές ανοιγοκλείσιμο της φωτογραφικής μηχανής, καθώς μια φωτογράφος αποτυπώνει εικόνες και σκηνές της αγαπημένης της πόλης. Νομίζω πως είναι το καλύτερο τελείωμα, γιατί αφήνει την επίγευση των ιστοριών, όπως διαδέχεται η μια εικόνα την άλλη, έτσι όπως οι αφηγήσεις που προηγήθηκαν άφησαν κι αυτές το αποτύπωμά τους. Σαν γρήγορα κλικ της μηχανής. Με τις δικές τους εικόνες να αποκτούν νόημα η μία μετά την άλλη. Καθημερινές, απλές, λιτές, ουσιαστικές. Άλλωστε, αυτό είναι που αξίζει στην περιπέτεια της λογοτεχνίας: η δημιουργία ενός κόσμου που κρυμμένος στις σελίδες ενός βιβλίου, αποκαλύπτεται στον αναγνώστη με την αλήθεια του αφτιασίδωτη. Κομμάτι της ζωής. Έτσι απλά.

«Του καιρού γυρίσματα και επτά ακόμη διηγήματα»
 εκδόσεις Διάνυσμα
Στη δεύτερη συλλογή διηγημάτων, ο τρόπος που επιλέγει η Τίνα Κουτσουμπού  για να αφηγηθεί τις σύντομες ιστορίες της μας είναι πλέον οικείος. Η λιτότητα των εκφραστικών μέσων, γεγονός που αναμφισβήτητα θα πρέπει να θεωρηθεί θετικό στοιχείο, ιδιαίτερα αν φέρουμε στο μυαλό μας τα πλείστα όσα αφηγήματα προσπαθούν να  κερδίσουν τον αναγνώστη φορτώνοντας το κείμενό τους με φορτώματα  λεκτικά, που η γραφή ποτέ δεν είχε απολύτως καμία ανάγκη. Εδώ, λοιπόν, έχουμε τις απαραίτητες μόνο λέξεις, οι οποίες με την ευστοχία τους ικανοποιούν την πλοκή και με το παραπάνω. Η πλοκή, με τη σειρά της, απλώνεται στη μικρή έκταση που της αναλογεί, χωρίς να προκαλεί με ευφάνταστες ανατροπές, που έτσι κι αλλιώς απαιτούν ευρύτερο χώρο να πάρουν τις αναπνοές τους. Έτσι, για άλλη μια φορά, όπως και στην προηγούμενη συλλογή, το τέλος των διηγημάτων δεν μας αιφνιδιάζει. Έρχεται να δώσει μέσα στις τελευταίες σειρές το ελάχιστο, που ολοκληρώνει ομαλά, χωρίς κενά και απορίες, τις ιστορίες.
   Όσο για τους ήρωες, αυτοί είτε είναι οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, άστεγοι ή πρόσφυγες και μετανάστες, οι οποίοι - στερούμενοι ακόμη και τα στοιχειώδη - αποτελούν πια ένα δείγμα ενός άλλου κόσμου που κινείται γύρω μας και διαρκώς αυξάνει το πλήθος του, είτε είναι επώνυμες παρουσίες, η μάνα, η φίλη, ο θείος,  που η συγγραφέας απομόνωσε από τη ζωή της και άπλωσε τη μορφή τους στις σελίδες της.
Είναι αλήθεια ότι οι ήρωες των ιστοριών αυτών δεν αποτυπώνονται στη μνήμη του αναγνώστη με ισχυρό το ίχνος τους. Περισσότερο θα μπορούσαμε να πούμε ότι μοιάζει να αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα ανάλογων τύπων ανθρώπου. Θεωρώ ότι αυτή η πρωτοτυπία όχι μόνο δεν αποτελεί μειονέκτημα αλλά ίσα ίσα  είναι το δεύτερο θετικό στοιχείο της συγκεκριμένης γραφής. Με τον τρόπο που η συγγραφέας διαχειρίζεται τα πρόσωπα των ιστοριών της κατορθώνει να αναγάγει σε πρωταγωνιστές όχι τόσο τις μορφές  αλλά τις ιδέες και τα συναισθήματα. Αυτά πράγματι σου εντυπώνονται. Έτσι, για παράδειγμα, στο διήγημα «Της μάνας τα στερνά», δεν είναι ούτε η μάνα αλλά ούτε η κόρη ο πρωταγωνιστής. Έχουν και οι δύο παραχωρήσει διακριτικά τη θέση τους στην ενοχή, που ως αίσθημα και βίωμα χρωματίζει ακόμη πιο γκρίζο το έτσι κι αλλιώς βαρύ γκρίζο του θανάτου:

[…]Της εσωτερικής φωνής σπαράγματα, του είναι της οι τύψεις, την κατατρέχουν. Πού ήταν η ίδια, η θυγατέρα της; Πώς δεν ένιωσε το τέλος της μάνας να πλησιάζει; Πώς άφησε το χρόνο να της αρπάξει τις στιγμές που θα ζούσε με τη μάνα συντροφιά της. Του μυαλού της τα ανήσυχα μονοπάτια την οδηγούν σε αμφιβολίες, βρίσκουν λάθη στη συμπεριφοράς της προς τη μάνα της. Πόσα θα μπορούσε, πόσα να κάνει, που όμως δεν τόλμησε; Να γυρνούσε λίγο τη μηχανή του χρόνου πίσω σε εκείνη τη μέρα που λογόφερε μαζί της για τα θέλω της, που πρότεινε τον εγωισμό της και δεν την άκουσε.

   Στο διήγημα «Χασάν, ο άνθρωπος των φαναριών», παραδόξως δεν είναι ο Χασάν που αφήνει το πρόσωπό του στη μνήμη μας, αλλά είναι αυτή η περίεργη συμμετοχή στο δράμα του άλλου, η αλληλεγγύη, έτσι όπως ξαφνικά μπαίνει στο προσκήνιο και μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τα πρόσωπα, που πια μπορεί να θεωρηθούν τυχαία δείγματα.
   Η συναίσθηση της ευθύνης, που παραμερίζει τις προσωπικές έγνοιες, η φιλία που αναπτύσσεται απρόσμενα, η αγάπη για τον γενέθλιο τόπο, που δεν γνωρίζει περιορισμούς και σύνορα, όλα αυτά αναδεικνύονται κυρίαρχοι πρωταγωνιστές των αφηγημάτων, στρέφοντας την προσοχή σε έννοιες πιο διαχρονικές και πιο πολύτιμες από  τα περιστασιακά και τα πρόσκαιρα. Αν το κατορθώνει όμως  αυτό η λογοτεχνία, νομίζω ότι πληροί με αξιώσεις τις προδιαγραφές της.

[…]Στην τσέπη έχω τώρα το τελευταίο πακέτο από εκείνα που είχε ο Χασάν πριν το ατύχημα. Κάποιος σαν τον μάζεψε με το φορείο, το πέταξε στην άκρη και το περιμάζεψα. Πάνω του έγραψα λυπημένος με κόκκινα αραβικά γράμματα: ΧΑΣΑΝ Ο ΣΥΡΟΣ ΦΙΛΟΣ και το ’χωσα βαθιά μέσα στο παλτό μου, σαν ενθύμιο μιας φιλίας χαμένης τόσο άδοξα…
  
Άφησα για το τέλος το διήγημα «Ο ένοικος», γιατί το θεωρώ το καλύτερο της συλλογής. Μια πλήρης ιστορία, με υποδειγματική συντομία, να κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο, και - γιατί όχι; - να καταξιώνει την αλήθεια την ονειρική πιο πάνω από τη χειροπιαστή ρεαλιστική εικόνα. Ποιος είπε ότι το υποσυνείδητο που γεννά τα όνειρα δεν είναι ανώτερο από τη συνείδηση; Το βρήκα πολύ ενδιαφέρον.

   Νομίζω ότι η Τίνα Κουτσουμπού καταξιώνεται στον χώρο της σύντομης διήγησης. Θα άξιζε, ωστόσο, να πειραματιστεί και σε εκτενέστερες γραφές. Η νουβέλα, για παράδειγμα, που επεκτείνει το περιεχόμενό της, φυσικά όχι μόνο στο επιφανειακό του αριθμού των σελίδων, όπως συχνά υποστηρίζεται, αλλά  στη μεγαλύτερη εμβάθυνση στον κόσμο των ηρώων, σε ψυχογράφηση των προσώπων και σε ανάλυση των καταστάσεων που αυτά βιώνουν, ίσως θα ήταν μια καλή επιλογή. Και το υποστηρίζω αυτό, μια που επικεντρώνει το ενδιαφέρον της σε σημερινές ιστορίες, ελάχιστη απαραίτητη συνθήκη για μια νουβέλα. Ας το τολμήσει. Η μέχρι τώρα πορεία της δείχνει ότι διαθέτει όλα τα προσόντα, με πρώτο και σημαντικότερο την αποτύπωση της ανθρώπινης διάστασης των εικόνων που η πραγματικότητα παρουσιάζει γύρω μας.


Διώνη Δημητριάδου
(Fractal:http://fractalart.gr/tina-koutsoumpou/)