Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

[…]
Η τρυφερή αυτή μάννα με το βρέφος στην αγκαλιά καταδιωγμένη Λητώ Κυβέλη και Ίσις σού έκανε καλή  παρέα τ’ αμέτρητα κι ατελείωτα μαρτυρικά μεσημέρια του καλοκαιριού όταν ο πατέρας σ’ έβαζε με το ζόρι να κοιμηθείς ενώ έξω στα σοκάκια και στις αλάνες του Νιοχωριού στις αμμουδιές της Βίδας και της Μεγάλης Νάμμος ξεφάντωναν λεύτερα παίζοντας και κολυμπώντας τα τυχερά αγυιόπαιδα που οι πατεράδες τους αντίθετα με τον δικό σου που ’χε σε καιρούς δύσκολους καεί η γούνα του από τις αρρώστιες της αδερφής σου δεν πίστευαν και τόσο φανατικά ότι τα παιδιά τα μεγαλώνει και τα κάνει πιο χοντροκόκκαλα μαζί με το φαγητό και τον καθαρό αέρα ο ύπνος ο μεσημερνός που σήμερα τόνε λένε «σιέστα» Πόσο δίκιο είχε εκείνος ο πατέρας σχεδόν πάντα έχουν δίκιο οι πατεράδες αλλά δεν το βρίσκουν όσο ζουν Ακόμα ντιντινίζουν και κροταλίζουν στ’ αφτιά τα μεσημεριανά τσέρκια των φίλων πάνω στο καλντιρίμι όσο η Βρεφοκρατούσα η Κυρία η Εκατονταπυλιανή -δεν ήξερες πώς την έλεγαν τότε- κοιτάζοντάς σε συνέπασχε σαν μάννα και σε παρηγορούσε πως κανένα μαρτύριο ούτε του Άδη που περίμενε τον γυιό της κρατά αιώνια – αν και πάντα αναρωτιόσουν εάν τον έβαζε κι εκείνη να κοιμάται με το ζόρι τα μεσημέρια αλλά ποτέ δεν πήρες το θάρρος να την αρωτήξεις.


(Παναγιώτης Κουσαθανάς, Ασύνταχτα μένουν τα δύσκολα, Ίνδικτος)