Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Μαρσέλ Προυστ


Σχετικά με τον Μπωντλαίρ

επιστολή στον Ζακ Ριβιέρ

μετάφραση: Μαριάννα Παπουτσοπούλου

εκδόσεις Κουκούτσι





γιατί ο Μπωντλαίρ;


Τα θαυμαστικά του Ουγκό, οι διάλογοί του με τον Θεό, τόσος σαματάς, δεν αξίζουν όσα βρήκε ο φτωχός Μπωντλαίρ  στη βασανισμένη μυχιότητα της καρδιάς και του κορμιού του.
Marcel Proust

Το παραπάνω απόσπασμα της επιστολής στην προμετωπίδα του βιβλίου κατευθύνει και την ανάγνωσή μας. Δύο μεγέθη υψηλά θα αναμετρηθούν μέσα στον λόγο του Προυστ, και αλίμονο σε όποιο φανεί να υπολείπεται.
Για μια επιστολή πρόκειται, που απευθύνει ο Μαρσέλ Προυστ στον Ζακ Ριβιέρ, συγγραφέα, κριτικό και εκδότη της Nouvelle Revue Francaise. Άρρωστος, στο κρεβάτι, χωρίς τα βιβλία του δίπλα (πόσο έρημος θα ένιωθε χωρίς τη συντροφιά τους αλλά και τη συμβουλευτική τους συμπαράσταση) γράφει στον φίλο του Ριβιέρ κάποιες σκέψεις του. Ο ίδιος τις ονομάζει βέβαια έτσι -για την ακρίβεια παρατηρήσεις- μια που αδυνατεί λόγω συνθηκών να δώσει ένα κείμενο μελέτης ευρύτερο και διεξοδικότερο, ωστόσο αυτός ο βαθύς αναλυτής της λογοτεχνίας, ακόμα και όταν απλώς παραθέτει σκέψεις του, συγκροτεί ένα κείμενο που ισοδυναμεί με κριτική μελέτη. Διαφορετικά, θα λέγαμε, η επιστολή αυτή με τις παρατηρήσεις του για τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα διαβάζεται σαν ένα σύντομο δοκίμιο αξιώσεων, χωρίς μάλιστα να έχει το βάρος αλλά και τη σοβαρότητα μιας κριτικής μελέτης. Άρα ένα αξιοδιάβαστο κείμενο έχουμε εδώ.
Έχει ενδιαφέρον ο συνειρμός με τον οποίο ξεκινά:

[…]δεν θέλω να πω πως αν ήταν να επιλέξουμε το πιο ωραίο ποίημα του 19ου αιώνα θα έπρεπε να το αναζητήσουμε στον Μπωντλαίρ. Δεν πιστεύω ότι μέσα σε όλα τα «Άνθη του κακού», σ’ αυτό το υπέροχο βιβλίο, που ωστόσο μορφάζει, και όπου η συμπόνοια σαρκάζει, η κραιπάλη κάνει το σημείο του σταυρού, και η έγνοια για τη διδασκαλία της βαθύτερης θεολογίας ανατίθεται στον Σατανά, μπορούμε να βρούμε ένα ποίημα ανάλογο με τον «Κοιμώμενο Βοόζ» του Β. Ουγκό.

Οι συνειρμοί βέβαια είναι συχνοί και ίσως αναπόφευκτοι μιλώντας για λογοτεχνικά μεγέθη. Ίσως όμως όχι με τον τρόπο που ο Προυστ θα απογειώσει αρχικά τον μέγιστο Ουγκό, μόνο και μόνο για να τον… κατακρημνίσει μετά από λίγες σελίδες, όταν αληθινά με το νυστέρι της κριτικής ευαισθησίας του θα τοποθετήσει στη θέση του τον Μπωντλαίρ. Αυτή άλλωστε, όπως φαίνεται, ήταν και η πρόθεσή του εξ αρχής, μόνο που επέλεξε τον πλέον παράδοξο τρόπο για να το κάνει αυτό, χρησιμοποιώντας τον εντυπωσιασμό μέσω του αιφνιδιασμού:

[…]Ο Βίκτορ Ουγκό κάνει πάντα θαυμάσια αυτό που πρέπει να κάνει· δεν θα μπορούσες να ευχηθείς μεγαλύτερη ακρίβεια στη σκηνή του μισοφέγγαρου, ακόμη και οι πιο ελαφριές κινήσεις του αέρα, το βλέπουμε αυτό, αποδίδονται θαυμαστά.  Αλλά μέχρι κι εδώ η κατασκευή -η κατασκευή του ανεπαίσθητου- είναι ορατή. Κι έτσι, ακόμη και την ώρα που θα έπρεπε να είναι τόσο μυστηριώδης, δεν υπάρχει η παραμικρή αίσθηση μυστηρίου.
[…]Πολλοί στίχοι από το «Μπαλκόνι» του Μπωντλαίρ δίνουν επίσης αυτή την  εντύπωση του μυστηρίου. Αλλά δεν είναι τούτο το πιο εντυπωσιακό σ’ αυτόν. Δίπλα σ’ ένα βιβλίο όπως «Τα Άνθη του κακού», πόσο μοιάζει πλαδαρό, αόριστο, δίχως τόνο το πελώριο έργο του Ουγκό!

Η διαφορά που εντοπίζει ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο εμβληματικά πρόσωπα της λογοτεχνίας πηγαίνει πέρα από τη γραφή τους, όπως αυτή αποτυπώνεται με όλη την αναμφισβήτητη τέχνη της. Μια απλή αλήθεια διατυπώνεται εδώ. Για να γράψεις χωρίς προσχηματική επικάλυψη, για να μιλήσεις για  τον αληθινό πόνο, ίσως πρέπει να έχεις, όπως ο Μπωντλαίρ, μέσα σου τον επικείμενο θάνατο, ν’ απειλείσαι από αφασία.
Γιατί κι αν δεν είσαι ακόμα τόσο κοντά στη θανάσιμη ανάγκη, έχεις υποψιαστεί τον θάνατο, προβλέπεις και προαισθάνεσαι την ανάσα του. Αυτή υπαγορεύει τους στίχους σου.
Ο Προυστ θα μιλήσει εδώ για τον Μπωντλαίρ ανεβαίνοντας σκαλί σκαλί την κλίμακα της αξίας του, οδηγώντας το κείμενό του μέσα από τους στίχους και δείχνοντας πώς ο ποιητής φθάνει στο απόγειο του νοήματος, πολύ πιο πέρα από το σημείο που κάποιος άλλος (ίσως επίσης ικανός) ποιητής θα είχε θεωρήσει ήδη ολοκληρωμένο το στιχούργημά του. Θα προβληματιστεί  με τις άπνοες κατακλείδες κάποιων ποιημάτων του, θα αναδείξει τα «διαμάντια» του λόγου του αλλού, ή την απρόσμενη σκληρότητά του σε κάποιους στίχους του. Δίνει μια ερμηνεία γι’ αυτό το τελευταίο:

[…]Υποθέτω κυρίως, πως ο στίχος του Μπωντλαίρ είναι τόσο δυνατός, τόσο ακμαίος, τόσο ωραίος, που ο ποιητής ξεπερνούσε το όριο δίχως να το καταλαβαίνει.

Πράγματι, η δύναμη του στίχου του, όπως θα επισημάνει ο Προυστ, αγγίζει με ιδιαίτερη ευαισθησία τον άνθρωπο που υποφέρει, που νιώθει μετέωρος και αδύναμος μπροστά σε ό,τι τον ξεπερνά (ορατό ή αόρατο, ανθρώπινο ή θεϊκό). Με πιο απλές λέξεις από τις μεγαλόπρεπες του Ουγκό, και με λιγότερες οπωσδήποτε. Αλλά με λέξεις που δείχνουν τη βίωση του αληθινού πόνου. Και αυτό είναι που τον απογειώνει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Η αλήθεια αυτή στην ποίηση του Μπωντλαίρ δεν θα μπορούσε να μείνει ασχολίαστη από τον εμβριθή μελετητή του. Ωστόσο, πιστεύω ότι ο Προυστ προσέγγισε την ποίηση του Μπωντλαίρ όχι μόνο με την ιδιότητα τους κριτικού αλλά κυρίως με αυτή του αναγνώστη που συνάντησε αγαπημένο στίχο και θέλησε να ιστορήσει αυτό που ένιωσε. Δεν είναι λίγο αυτό βέβαια.
Μερικές σελίδες θα αφιερωθούν στον ερωτισμό που βγαίνει από τους στίχους του Μπωντλαίρ, στην οπτική του κυρίως γύρω από το θέμα αυτό, που του στοίχισε στον καιρό του την επέμβαση της λογοκρισίας. Μας θυμίζει τον αρχικό τίτλο που επιθυμούσε ο ποιητής να βάλει στο έργο του: Les Lesbiennes. Με τον τίτλο βέβαια που επινόησε ο Μπαμπού  (Hippolyte Babou) «Άνθη του κακού» συμπεριέλαβε τις λεσβίες με τον καλύτερο τρόπο στο ευρύτερο σύνολο, στο οποίο ήθελε να εστιάσει.

[…]Δεν ήταν απλώς καλύτερος. Επεκτεινόμενος σε άλλα πράγματα από τις λεσβίες, δεν τις εξαιρεί αφού είναι ουσιωδώς, κατά την  αισθητική και ηθική ιδέα του Μπωντλαίρ, «άνθη του κακού».

Θεωρώ πολύ σημαντικό ότι στην έκδοση, εκεί που υπάρχει αναφορά του Προυστ σε κείμενα λογοτεχνικά,  παρατίθεται και το γαλλικό πρωτότυπο. Δείχνει σεβασμό στον αναγνώστη αλλά και στη γλώσσα του πρωτοτύπου, και θεωρείται αναμφίβολα εμπλουτισμός του βιβλίου αυτή η παράλληλη ανάγνωση. Αποδεικνύεται άλλωστε με τον καλύτερο τρόπο η μεταφραστική δεινότητα της Μαριάννας Παπουτσοπούλου, η οποία έχει εντρυφήσει στη γαλλική λογοτεχνία (με ιδιαίτερη αγάπη μεταφράζει Μπωντλαίρ) και κατορθώνει αυτό το δύσκολο έργο, τη μετάφραση της ποίησης, χωρίς να χάνει το πρωτότυπο τίποτε απολύτως από τον ρυθμό της γλώσσας και την εσωτερικότητα της σκέψης του δημιουργού του.
Ένα παράδειγμα μικρό εδώ:

Car Lesbos entre tous m’ a choisi sur la terre
Pour chanter le secret de ses vièrges en fleurs
Et je fus dès l’ enfance admis au noir mystère…

Η Λέσβος εμέ διάλεξε πάνω στη γη απ’ όλους
Των ανθισμένων κοριτσιών το μυστικό να υμνήσω
Κι από παιδί έγινα δεκτός στο μαύρο μυστικό τους…

Και μια παρατήρηση. Το όνομα του Μπωντλαίρ, έτσι όπως πρέπει (κατά μεταφορά του γαλλικού Baudelaire) με ωμέγα και όχι απλοποιημένο σε όμικρον. Όπως το έχουμε μάθει και αγαπήσει. Αλλιώς θα φαινόταν σαν να μιλάγαμε για κάποιον άλλον, ξένο και άγνωστο. Μπορεί ετούτη η παρέμβαση να φαίνεται ελάχιστη και ασήμαντη, ωστόσο μέσα από μικρές λεπτομέρειες αναδεικνύεται η ποιότητα μιας έκδοσης αλλά και η άποψη που υποστηρίζει το εκδοτικό αποτέλεσμα.
Τελικά, γιατί ο Μπωντλαίρ; Ο Προυστ έρχεται να δικαιολογήσει, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, την επιλογή του να μιλήσει γι’ αυτόν αλλά και να δείξει παράλληλα μια εικόνα της γαλλικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα:

Δεν είναι πολύ ωραίο, αγαπητέ μου Ριβιέρ; Ε, λοιπόν, κάτω από τον Μπωντλαίρ, δεν θα έπρεπε ωστόσο να θυμίσουμε μερικούς τόσο όμορφους στίχους στον σημερινό αναγνώστη, που διαβάζει τόσο κακούς;

Με αφορμή την παραπάνω σκέψη, διατυπωμένη κοντά 100 χρόνια πριν, ας γίνουν οι αναπόφευκτοι συνειρμοί με την εποχή τη δική μας. Μια έκδοση, λοιπόν, που ξαναφέρνει στο προσκήνιο και τον Μπωντλαίρ αλλά και φυσικά τον Προυστ (που γράφει και διανοείται εδώ), δεν έχει την αυτονόητη θέση της στο σημερινό λογοτεχνικό τοπίο;


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/giati-o-baudelaire/)