Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Στη λίμνη Τιβεριάδα



Το ήξερε από τότε που παιδί ακόμη έπαιζε με τα άλλα χωριατόπαιδα,  τα αμέριμνα για όλα τα κατοπινά. Το είχε αφουγκραστεί απ' τα κρυφομιλήματα  στα μάτια των γονιών του.
Δεν το 'πε σε κανέναν, μα μέσα του το έλεγε διαρκώς  «θα 'ρθει μια μέρα που θα φύγω από εδώ».
Και να, τώρα που κάθονταν μονάχος περιμένοντας αυτούς που δεν τον πίστεψαν, πόσο πολύ θα το 'θελε να γίνει πάλι ένας από τους φτωχούς ψαράδες που ρίχνανε τα δίχτυα τους στη λίμνη Τιβεριάδα.
Μόνο που γνώριζε πως ήταν ασθενής η θέλησή του. Κι ακόμη πως σε λίγο θα έπρεπε να εξηγήσει τα μελλούμενα (όσο πιο απλά μπορούσε) σ' αυτούς τους μεροκαματιάρηδες. Που θα τον κοίταζαν χωρίς να τον γνωρίζουν. Τους δύσπιστους στα θαύματα.
Όμως αυτός τα δίσημα τα λόγια, τα προφητικά, θα ήθελε να τα άφηνε σημάδια ανερμήνευτα.
Αυτός μονάχα μια κουβέντα θα ήθελε να πει σαν μήνυμα σε φίλο αγαπημένο. Να πει πως όλα τα αόρατα, τα απίθανα, συμβαίνουν.
Κι όμως, καθώς οι αλλοτινοί του σύντροφοι, «ποιος είσαι;» τον ρωτήσαν, απάντησε:  «ένας ξένος».
Λίγο προτού, βαδίζοντας πάνω στη λίμνη, αφήσει την ολιγόχρονη ζωή του.

Διώνη Δημητριάδου