Ετικέτες

"A blessing" ποίημα του James Arlington Wright (σε ελληνική απόδοση) "Η ποιήτρια Μαρία Γ. Τζανάκου" "Η ώρα του Πανός" "Μια παρουσίαση του ποιητή Γιώργου Θ. Τζια" "Ο Κάφκα μέσα από τα μάτια της Μίλενα" (από το βιβλίο "Η Μίλενα από την Πράγα" της Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόυμαν) "Ο Καραγάτσης που αγάπησα" "Ο Μανούσος Φάσσης και ο Μανόλης Αναγνωστάκης" "Ο χρόνος είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση" "Οι λογοτεχνικοί τόποι στα διηγήματα του Βασίλη Χουλιαρά" "Στην κοσμοπολίτικη ησυχία μου" της Βάντας Παπαϊωάννου-Βουτσά "Τα μάγια" διήγημα της Φωτεινής Βασιλοπούλου σε πρώτη δημοσίευση "νόστιμον ήμαρ αλγεινόν" Αφιερώματα "Μάτση Χατζηλαζάρου (μια γυναικεία υπερρεαλιστική ποιητική φωνή) Βιβλία "Τα κοινά και τα ιδιωτικά" Κριτική από τη Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη Βιβλία: Νέα κυκλοφορία "Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες" του Αργύρη Χιόνη εκδόσεις Κίχλη Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (16 νέες βιβλιοπροτάσεις) Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (15 προτάσεις για ανάγνωση) Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (15 νέες προτάσεις για ανάγνωση) Διηγήματα Διώνη Δημητριάδου "Κι ούτε σκαρί πετούμενο..." Δοκίμια "Πόρτες ανοικτές ή κλειστές;" (η περίπτωση του Κάφκα) Κριτικές 'αναγνώσεις' Αχιλλέας Κατσαρός "Cabaret Voltaire" Κριτικές 'αναγνώσεις' Γιάννης Ξανθούλης "Την Κυριακή έχουμε γάμο" Κριτικές 'αναγνώσεις' Γιώργος Γκόζης "Γκουανό" Κριτικές 'αναγνώσεις' Δημήτριος Δημητριάδης "Χρόνος αυτόχειρας" Κριτικές 'αναγνώσεις' Μάνθος Σκαργιώτης "Στο δρόμο των αρωμάτων" Κριτικές 'αναγνώσεις' Μάρω Δούκα "Τίποτα δεν χαρίζεται" Κριτικές 'αναγνώσεις' Πέτρος Μάρκαρης "Offshore" Κριτικές 'αναγνώσεις' Σωτήρης Κακίσης "Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα)" Κριτικές 'αναγνώσεις' Χλόη Κουτσουμπέλη "Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης" Μεταφορικά μιλώντας "το τέρας που σου μοιάζει" Μια μικρή μνεία "Fernando Pessoa" Μια μνήμη "Μάνος Χατζιδάκις" Μικρά λογοτεχνικά "Στρόβιλος" (ένα ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη και ένα ελάχιστο σχόλιο) Μνήμη Ανδρέα Εμπειρίκου Παρουσίαση βιβλίου "Ο καινούργιος και επτά ακόμη διηγήματα" της Τίνας Κουτσουμπού Παρουσίαση βιβλίου "Χρόνος αυτόχειρας" του Δημήτριου Δημητριάδη Τόλης Νικηφόρου "Πάθος" ανέκδοτο ποίημα σε πρώτη δημοσίευση Φιλοξενούμενοι Θανάσης Πάνου "Ολιγόστιχα 1" (από την υπό έκδοση συλλογή "Κελιά")

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016



Μια άλλη εκδοχή των αριστοφανικών «Ορνίθων» ή μια έξοχη μεταφορά του αριστοφανικού κλίματος στη σημερινή θεατρική σκηνή;
Ένα σχόλιο για τους «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου 


Μια παράσταση γεμάτη από κίνηση και ρυθμό, με μια αύρα από την αρχή ως το τέλος να σε παρασέρνει με τον λόγο στο όνειρο. Μια μαγική εικόνα μέσα από σκηνικά, πρόσωπα, αμφιέσεις, υποκριτικές εξάρσεις υπέροχες αλλά και εύγλωττες σιωπές. Γιατί απαιτούνται και αυτές. Και μια μουσική (του Άγγελου Τριανταφύλλου) να επενδύει το όλο θέαμα, να συμπληρώνει σαν ένας ακόμη υποκριτής τον θίασο. Και η ποίηση παρούσα με τους στίχους του Γιώργη Παυλόπουλου* να δένουν αρμονικά με τα λόγια του αρχαίου ποιητή. Ένα θαυμάσιο σύνολο φτιαγμένο από τον Νίκο Καραθάνο και όλους αυτούς που νιώθουν την άποψη που φέρει η σκηνοθετική του ματιά. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα είναι τόσο ξεχωριστό. Δεν είναι εύκολο να αναμετρηθείς με τους εμβληματικούς εκείνους «Όρνιθες» του Κουν και του Χατζιδάκι. Όταν, όμως, το τολμάς και δίνεις μια παράσταση τόσο αυτόνομη και ανεπηρέαστη από την κλασική εκείνη, τότε μετράει η προσπάθεια πολύ περισσότερο. Κάποιοι ενοχλήθηκαν με τις αισθητικές παρεμβάσεις του σκηνοθέτη. Να θυμηθούμε ότι και οι παλαιοί εκείνοι «Όρνιθες» είχαν ενοχλήσει πολύ; Όπως φαίνεται τα πολύ καλά πράγματα κάποιους πάντα ενοχλούν.

Μετάφραση: Γιάννης Αστερής
Σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος
Διασκευή: Νίκος Καραθάνος, Γιάννης Αστερής
Σκηνικά - Κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί:  Σίμος Σαρκετζής
Κίνηση: Amalia Bennett
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Μπιτούνη
Βοηθός σκηνοθέτης: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου
Βοηθοί σκηνογράφου: Ευαγγελία Θεριανού, Μυρτώ Κοσμοπούλου, Μυρτώ Λάμπρου
Βοηθός μουσικού: Βασίλης Παναγιωτόπουλος
Βοηθός παραγωγής: Τζέλα Χριστοπούλου
Παραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση
Εκτέλεση Παραγωγής: Γιολάντα Μαρκοπούλου, Κωνσταντίνα Γεωργίου / POLYPLANITY Productions

Ο θίασος: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Αλίκη Αλεξανδράκη, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Βασιλική Δρίβα, Νίκος Καραθάνος, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Έκτορας Λιάτσος, Χρήστος Λούλης, Γρηγορία Μεθενίτη, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Νατάσσα Μποφίλιου, Άγγελος Παπαδημητρίου, Φοίβος Ριμένας, Μιχάλης Σαράντης, Γιάννης Σεβδικαλής, Άρης Σερβετάλης, Άγγελος Τριανταφύλλου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη

Παίζουν ζωντανά οι μουσικοί: Μάριος Δαπέργολας, Σοφία Ευκλείδου, Δημήτρης Κλωνής, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Δημήτρης Τίγκας

*Στην παράσταση ενσωματωμένοι οι στίχοι του Γιώργη Παυλόπουλου
  Γιώργης Παυλόπουλος
«Πού είναι τα πουλιά;»

Πού είναι τα πουλιά;
Ατσάραντοι και λιάροι κι' αητομάχια
συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια
μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες
ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια κα σβουρίτζια κα σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;

Πού είναι ο κοκκινολαίμης;

Πού είναι τα παπιά;
Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;

Πού είναι ο Μολοχτός κι' ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι' ο Καλαμοκανάς;

Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι' οι σιταρίθρες
τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι' οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι' οι χαλκοκουρούνες;

Πού είναι
ο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι' ο κούκος
ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι' ο καράπαπας;

Πού είναι
τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;

Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;

Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;


"μια χαραμάδα τρυφερότητας στην κόλαση"

του Νίκου Σουβατζή




Όταν μοιάζει να έχουν ειπωθεί τα πάντα
και οι λέξεις δεν έχουν πια νόημα
έρχεται η σιωπή
Μετά τη σιωπή έρχεται η ποίηση

Η ποίηση είναι πόνος
που μετατράπηκε σε λέξεις
ζυγισμένες με ακρίβεια,
κραυγές πληγωμένων αγριμιών,
το τραγούδι φυλακισμένων πουλιών
και το παράπονο όσων δεν χωράνε στον κόσμο τους,
μια χαραμάδα τρυφερότητας στην κόλαση,
τα δάκρυα που δεν στέγνωσαν ποτέ,
η αγάπη της πρώτης μάνας του κόσμου,
η ανάμνηση της παλιάς ευτυχίας
και το φως ενός κεριού
στους αμέτρητους σκοτεινούς αιώνες
 
Νίκος Σουβατζής
(από την ποιητική συλλογή «Χειμερινή ισημερία», εκδόσεις Bookstars)

Ο Νίκος Σουβατζής γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1977. Έχει γράψει μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Αναχώρηση” και μια ποιητική συλλογή με τίτλο “Χειμερινή ισημερία”.
(φωτογραφία της Izabela Urbaniak)





                            


















Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

"μνήμη"

του Βαγγέλη Αλεξόπουλου
στον René Magritte




Τα άσπρα σεντόνια
νωχελικές αναμνήσεις
βουτώ στην πηγή
και πίνω ξανά
το γλυκόπικρο
της μνήμης νερό
σκουριασμένο ποτήρι
που θα γίνει χρυσό
σαν μαζέψει το αίμα
ξυραφιά στο μελίγγι
στάζει μέλι πικρό
και το γλείφουνε σφήκες.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος

(από τη συλλογή Αγχέμαχες λέξεις, εκδόσεις Άγκυρα)

(πίνακας του René Magritte, memory of a voyage)

Το ποιητικό εγώ

(τα πρόσωπα στην ποίηση 
της Πόπης Αρωνιάδα)





Αν το ρήμα είναι κάθε φορά η πιο ουσιώδης αναφορά μέσα στα ποιήματα, μια που αυτό αποδίδει όλη την ενέργεια (φανερή ή υποκρυπτόμενη) των στίχων, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε πηγή αυτής της ενέργειας το ποιητικό υποκείμενο. Οι ποιητές αγαπούν όλα τα πρόσωπα, ως μάσκες πίσω από τις οποίες ανιχνεύονται εύκολα ή δύσκολα οι ίδιοι: το συμμετοχικό εμείς, το ουδέτερου χρωματισμού αυτός ή αυτοί, το ευθύβολο καταγγελτικό εσείς, και φυσικά το εσύ και το εγώ.
Αυτά τα τελευταία, ίσως περισσότερο αγαπητά, θα μπορούσαν να εκληφθούν σε πολλές περιπτώσεις ως ένα και το αυτό. Συχνά πίσω από το διαλογικού χαρακτήρα εσύ είναι διακριτός ο διάλογος προς εαυτόν, ως ένας τρόπος να αποκτήσει ο ποιητής μια θέα του εαυτού του μέσω του λόγου προς ένα άγνωστο πρόσωπο, που για την περίσταση υποδύεται τον αναγνώστη. Παραίνεση ή επίρριψη ευθύνης με πομπό και δέκτη τον ίδιο τον ποιητή. Κυρίαρχο καταλήγει, έτσι, το εγώ, ίσως η προσφιλέστατη επιλογή κυρίως νεότερων ποιητικών προτάσεων.
Διαβάζοντας την ποίηση της Πόπης Αρωνιάδα (τρεις ως τώρα ποιητικές συλλογές) ανακαλύπτω μια βαθμιαία προσέγγιση αυτού του πρώτου προσώπου, αρχικά καλυπτόμενου και κατόπιν απροκάλυπτα εμφανιζόμενου στον λόγο της.

Στην πρώτη της συλλογή («Μυσταγωγία», από τις εκδόσεις «Ποιήματα των φίλων», 2013) συναντάμε το εσύ

[…]
Θυμάσαι πολύχρωμες κακίες και αγγελικούς
μορφασμούς της ζωής.
Θυμάσαι! που νόμιζες ότι η καρδιά της γης
είναι από χρυσάφι.
Γονατίζεις! Δίπλα σου οκλαδόν η μοναξιά.
με το δεύτερο αυτό πρόσωπο να είναι στην ουσία το είδωλο στον καθρέφτη


[…]
Ο φόβος πάντα κινεί την επίθεση.
Κομματιάζεις με δύναμη τον καθρέφτη.
Ευτυχώς! Πρόλαβαν τα όνειρα να πετάξουν.

μια συνομιλία προς τον εαυτό της εμφανιζόμενη σαν απευθυνόμενη σε τρίτο πρόσωπο. Φυσικά ο αναγνώστης ενίοτε παίρνει αυτοβούλως τη θέση του συνδιαλεγόμενου. Αυτό, ωστόσο, είναι αναμενόμενο στην ποίηση και δεν αφορά την πρόθεση του ποιητή.
Στα ποιήματα της «Μυσταγωγίας» το πρώτο πρόσωπο δειλά εμφανίζεται και δείχνει την τάση κυριαρχίας

[…]
Παίρνω το κλειδί της δικής μου φυλακής και
ελευθερίας στο χέρι σφιχτά.

[…]
Καημένο σώμα μου!
Σ’ αυτό χρωστάω το σπασμό και την
τέρψη της δημιουργίας και της ηδονής.
Μέσα απ’ αυτό βγαίνει μια κραυγή
έντιμη και πιο καθαρή.
Μέσα απ’ αυτό γράφω,
γιατί για μένα αυτό είναι ζωή.

σε απόλυτη εδώ ταύτιση του ποιητικού εγώ με το πρόσωπο του ρήματος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράθεση της ζωγραφικής του Modigliani μεταξύ των ποιημάτων αλλά και στο εξώφυλλο, με την εισαγωγική παρατήρηση της ποιήτριας ότι τον συνδέει έτσι με την ποίησή της, καθόσον αυτός

[…]έζησε και δημιούργησε στη σύντομη ζωή του, αναζητώντας το υποσυνείδητο, το ενστικτώδες και όχι το αληθινό ή το ψεύτικο.

Η προσωπική κατάθεση (απολύτως ξεκάθαρη με το εγώ του πρώτου προσώπου) είναι εδώ συνταιριασμένη με τον μεγάλο ζωγράφο.



Στη δεύτερη συλλογή («Στεναγμοί Ανατολής» - χαϊκού, από τις εκδόσεις «Ποιήματα των φίλων», 2015) το εγώ δεν έχει την αναμενόμενη θέση, μια που το συγκεκριμένο είδος, έτσι όπως σύντομα σχολιάζει και αποθησαυρίζει εικόνες, συχνά δεν έχει την ανάγκη από κανένα ρηματικό υποκείμενο.

Φλογάτα βέλη
στα μάτια των παιδιών
η απόρριψη


Αν, ωστόσο, θεωρηθεί κάποιο πρόσωπο πρόσφορο, σίγουρα αυτό είναι το τρίτο ενικό

Χτυπά η πόρτα,
ήχος απ’ το παρελθόν
τίποτα νέο.



Στην τρίτη συλλογή («Ιστοί βαθιάς αλήθειας», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015) είμαστε μπροστά σε ένα σχεδόν εξιδανικευμένο πρώτο πρόσωπο, το αναμφισβήτητα κυρίαρχο της ποίησης της Πόπης Αρωνιάδα


[…]
Το θέαμα του νυχτερινού ουρανού
έμπασε στην ψυχή και τη γραφή
ορθές αναλογίες τ’ ατόμου και του απείρου
ήρθε στον νου ο ζωγράφος π’ αγαπώ
γιατί δεν ζωγραφίζει
ποτέ ξαπλωμένες μορφές!

Ένα εγώ όμως που δεν παραπέμπει στον αλαζονικό και απομονωμένο εαυτό αλλά σε μια ώριμη αντιμετώπιση αναζήτησης της ουσίας του κόσμου μέσα από την ποιητική του απόδοση. Η αυτοσυνειδησία, η ανίχνευση των σκοτεινών σημείων του υποσυνειδήτου οδηγεί ίσως σε μια κατευθείαν αντιμετώπιση του προσώπου. Και εδώ, σ’ αυτή την τρίτη κατάθεση της ποιήτριας τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα, πιο κατασταλαγμένη η οπτική της. Όπως παρατηρεί η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, στο σημείωμα με το οποίο προλογίζει τη συλλογή αυτή, η ποιήτρια

[…]καλύπτει και το γνωστό και το άγνωστο στην ύπαρξή μας. Το γνωστό αμφισβητείται και το άγνωστο σχεδόν περιγράφεται.

Μια τέτοια ποιητική πρόταση απαιτεί την ώριμη θέαση των πραγμάτων, αλλιώς αυτό το άγνωστο δεν περιγράφεται, ούτε καν επιχειρείται η αναφορά σ’ αυτό. Και είναι απαραίτητο το προσωπικό ρίσκο που θα πάρει ο ποιητής για να μιλήσει για τα αθέατα στα οποία εισχωρεί η ποίησή του. Ίσως ο καλύτερος, ο πιο ευθύς και ειλικρινής τρόπος έκφρασης να είναι με την πρόταξη του εγώ, ακόμη κι αν αυτό συχνά φαντάζει εξαιρετικά μόνο του.

[…]
Στα όνειρά μου λείψανα
πραγμάτων μισοτελειωμένων
στέκονται μπροστά μου
κροταλίζοντας το αντίτιμο
του ταξιδιού
δε μένει ποτέ απλήρωτο…

[…]
Τους ίσκιους τρέμω, γιατί είναι απατηλοί,
άλλοτε γίγαντα σε κάνουν κι άλλοτε νάνο,
σ’ ακολουθούν παντού ακάλεστοι
και σε προδίνουν, σαν θέλεις
στον δρόμο να διαβείς αθώρητος.

Τα ποιητικά λόγια, όπως κι αν τα δεις, έχουν την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού τους. Και, φυσικά, φέρουν μέσα τους τον κίνδυνο και γι’ αυτόν αλλά και για τον αποδέκτη τους, τον αναγνώστη που θα ανακαλύψει κάτι από τον εαυτό του μέσα στους στίχους. Και τότε το εγώ του ποιητικού υποκειμένου αποκτά μια άλλη διάσταση, αυτή της ταύτισης (ή έστω της προσέγγισης) με το εγώ του αναγνώστη. Ευτυχής, τότε, η συγκυρία.

Διώνη Δημητριάδου





Η Πόπη Αρωνιάδα γεννήθηκε στο Λημέρι Ευρυτανίας το 1961 και ζει στην Αθήνα. Αν και σπούδασε λογιστικά, την κέρδισε η αγάπη της για την ψυχολογία και την ποίηση. Εργάστηκε για χρόνια στον χώρο των Μ.Μ.Ε. Είναι ενεργό μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, αποσπάσματα από τις οποίες σταχυολογήθηκαν σ’ αυτή  την  παρουσίαση.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Στο πανηγύρι «της κυράς των αμπελιών»

(αφήγημα της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά)


Αγήνωρ Αστεριάδης, γυναίκες στον τρύγο, 1966


Παλιό το αλισβερίσι μου με το Διόνυσο από τον τρύγο ως τη διδασκαλία της Δραματικής Ποίησης. Για τον τρύγο ετοιμάζομαι, χρόνια τώρα, πραγματικά ή νοερά, και βέβαια θα σας πάρω μαζί μου. Εκεί στην αττική γη, την αμπελόεσσα, ανάμεσα σε μεθυσμένους Σειληνούς και Σατύρους, που έπαιρναν το κατόπι το Διόνυσο και γλεντοκοπούσαν ανάμεσα στα φορτωμένα κλήματα. Τα νέα κρασιά θα τα γευτούμε αργότερα στα Λήναια προς τιμή του θεού. Βιαστείτε  τώρα με το χάραμα, μη μας πιάσει ο ήλιος.

Ψάθα πλατύγυρη με κορδέλα κόκκινη ολόγυρα κι ένα μπουκέτο μαργαρίτες ασπροκίτρινες, πάνινες, κερωμένες. Ψεύτικες. Μ’ ένα ματσάκι  αμάραντα αγριολούλουδα από «γατάκια» και «ψείρες» θα τις σκεπάσω, μόλις φτάσω στ’ αμπέλι. Στο χέρι το καλαθάκι, το μαχαίρι και έτοιμη στην αυλόπορτα. Αργεί, αργεί το κάρο, να φορτωθούν κοφίνες και στάμνες με δροσερό νερό, προσφάγια και κουρελούδες. Πανηγύρι είναι ο τρυγητός. Χέρια φίλων περιμένουν, χέρια συνεταιρικά, αλληλοβοήθεια. Σειρά στο πατητήρι.  Περιμένει κι ο Διόνυσος το καθημερινό πανηγύρι «της κυράς των αμπελιών»! Φύγαμε επιτέλους. Ζέστη και υγρασία. Θαλασσινή υγρασία, νοτερή. Όλα του πρωινού σ’ απόχρωση μαβιά. Με βιολετιά νυχτικά αφήνει η νύχτα όλη την πλάση. Πριγκιπικά θα την ντύσει η μέρα. Στα ρόδινα και χρυσαφιά. Λεπτό το λεπτό ανεβαίνει λαμπυρίζον το διάδημα του ηλιάτορα πάνω στο Μακρονήσι, εκεί που γράφονταν πάντα και οι «καλοί» και οι «κακοί» μας οι καιροί. Τίπι ταπ, τίπι ταπ, τίπι ταπ γλιστράει το κάρο στην άσφαλτο και ξεμακραίνει. Ντούκου ντούκου τα ψαροκάικα άναψαν μηχανές κι ανοίγονται από το λιμάνι σχίζοντας το ακίνητο νερό. Μικρές, πρωινές ευτυχίες!

Κάτω από μια γέρικη αμυγδαλιά,  κατάφορτη ωστόσο, στρώθηκε το στρατηγείο του τρύγου. Αμάζευτα ακόμη τ’ αμύγδαλα καμαρώνουν μέσα από το καφετί σκασμένο περίβλημα.  Έχει και μια σειρά λιόδεντρα στο σύνορο με το αμπέλι του γείτονα, νεαρά ακόμη.  Το καλάθι και το μαχαίρι ένα με το χέρι μου. Πάλι στην αναμονή. Ας μου πουν επιτέλους από πού ν’ αρχίσω. Βλέπω τους μεγάλους να χρεώνονται με σειρές κλημάτων τη δουλειά, κατά μήκος. Μοιάζουν να σμίγουν οι παράλληλες γραμμές της αμπελοφυτείας, καθώς μακραίνουν βαθιά ανατολικά. Χώθηκα κι εγώ ανάμεσα στα κλήματα. Ίσως να ξεχώριζε η κορυφή της καπελίνας μου, όταν άλλαζα θέση! Έτσι με εντόπισε, φαίνεται, η θεια Ελένη μετά από ώρα.  «Εσύ, μικρή, τα κουδούνια να κόβεις», φώναξε. Υπεύθυνη των «κουδουνιών»! Θαύμα. Δική μου δουλειά. Περνώ στα τρυγημένα κλήματα και κόβω τα «κουδούνια», τα μικρά τσαμπιά, που άφηναν οι μεγάλοι. Και πήγαινε-έλα στα μεγάλα κοφίνια για άδειασμα. Προορισμός τους το πατητήρι. Μεσημεράκι έμπαιναν οι πατητάδες στον «ληνό». Σηκωμένα μπατζάκια, καθαρά πόδια και ρυθμικό σημειωτόν. Να ρέουν οι ρόδινοι χυμοί ξινούτσικοι, μεθυστικοί, να περνούν τη φούντα από θυμάρι και να σωρεύονται στη στέρνα. Και διαλείμματα ενδιάμεσα για τους πεινασμένους. Κεφτεδάκια και ζυμωτό ψωμί. Σφίγγες και μέλισσες ολόγυρα τρελαμένες από τις μυρωδιές. Αμμωνία πάντα στο μπουκαλάκι του φαρμακείου δίπλα στο λαγήνι. Το κάρο με τη φορτωμένη βαρέλα άρχιζε τα δρομολόγια για τη «μετάγγιση» του μούστου στα βαρέλια του υπογείου στην πόλη αργότερα.




Κι ο Διόνυσος στεφανωμένος με κληματόφυλλα. Πάντα μπροστά μου τον έβλεπα καθισμένη στα ζεστά μαρμάρινα εδώλια του θεάτρου στις υπώρειες του λόφου της Ακρόπολης. Ένας χώρος μαγικός, όπου "διδάχθηκαν", διαγωνίστηκαν, βραβεύτηκαν τα έργα των μεγάλων ποιητών της δραματικής ποίησης. Ο χώρος που δημιούργησε τη θεατρική σύμβαση για όλα τα αρχαία θέατρα: Όποιο πρόσωπο του αρχαίου δράματος έφτανε από τη δεξιά για το θεατή πλευρά ερχόταν από το λιμάνι ή από την πόλη. Δεξιά βρίσκεται το λιμάνι του Πειραιά. Από την αριστερή πάλι πάροδο έφταναν από την ύπαιθρο, τους αγρούς, διότι αριστερά βρίσκονται οι δήμοι της Αττικής με τα αμπέλια. Εκεί που λατρευόταν  ο Διόνυσος.


Με πόση χαρά μετέφερα στη σχολική τάξη τούτη τη βιωματική μου αποδεικτική εμπειρία!


Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά
Η Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά γεννήθηκε στο Λαύριο Αττικής το 1947. Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και από το 1973 κατοικεί στην Κομοτηνή, όπου δίδαξε ως φιλόλογος στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Το πρώτο της βιβλίο, «…μύριζε γαζία», εκδόθηκε το 2014, ενώ έως τότε συμμετείχε στην έκδοση «Η διδασκαλία της ξένης λογοτεχνίας στο Γυμνάσιο και Λύκειο» με ανάλυση του διηγήματος Ο Βάνκας του Τσέχωφ, έχει συντάξει και επιμεληθεί τα κείμενα τουριστικών οδηγών της Περιφέρειας Αν. Μακεδονίας & Θράκης, της Νομαρχίας Ροδόπης και του Δήμου Μαρώνειας. Επιμελήθηκε επίσης  το βιβλίο «Γεύσεις και αναμνήσεις από τη Ροδόπη» του αρχιτέκτονα Θανάση Πανδρευμένου, έκδοση της Νομαρχίας Ροδόπης, έχει δημοσιεύσει άρθρα ιστορικά, αρχαιολογικά και περιβαλλοντικά σε τοπικά περιοδικά.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016



Διαβάζοντας από το «Κατόπιν σύστασης γιατρού» τη μυθιστορία (όπως την ονομάζει η ίδια) της Ολβίας Παπαηλίου

[…] να ρίξει φως μες στο σκοτάδι. Γιατί, νομίζω, αυτό κάνει ο συγγραφέας: με τρυφερότητα μας ξεφλουδίζει, και μας ανοίγει στα μυστήρια του σύμπαντος. Κι άλλοτε, γδέρνει το τομάρι του το ίδιο, για να μας δείξει ότι γίνεται κι αυτό, να μη φοβόμαστε.
(Ολβία Παπαηλίου, Κατόπιν σύστασης γιατρού, μια μυθιστορία, εκδόσεις Θράκα)


Salvador Dali, Geopoliticus Child Watching the Birth of the New Man (1943)
Ο αλλόκοτος αλλά παραδόξως προσιτός κόσμος

της Χλόης Κουτσουμπέλη

διαβάζοντας την ποιητική συλλογή 

«οι ομοτράπεζοι της άλλης γης»

εκδόσεις Γαβριηλίδης




[…]είχα ήδη μεγαλώσει και εγκατασταθεί στο τωρινό μου σπίτι, το πιο αλλόκοτο, το πιο αφύσικο, το πιο απρόβλεπτο από όλα, την ποίηση.

Είναι η ποίηση απρόβλεπτη, αλλόκοτη, αφύσικη; Αν αυτές οι λέξεις ακούγονται προκλητικές, ας σκεφθούμε αν θα συμβιβαζόμαστε με τις αντίθετές τους: προβλέψιμη, κοινότοπη και φυσιολογική. Μα, σ’ αυτήν την περίπτωση μάλλον το ποιητικό αποτέλεσμα δεν θα μας αφορούσε.
Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη ξέρει να αιφνιδιάζει. Ξέρει να προκαλεί με την εικονοπλασία της. Πάνω απ’ όλα ξέρει να προσεγγίζει τον εσώτερο κόσμο του αναγνώστη της και να τον παίρνει μαζί της στη δική της αισθητική και ηθική της ποιητικής της άποψης.
Το βιβλίο της Χλόης, αν και ποιητικό, διαβάζεται σαν ένα αφήγημα με την απόλυτη συνέχεια που απαιτεί ο πεζός λόγος. Με την απαίτηση της μέθεξης όμως προς τον  αναγνώστη της. Η ποίηση αυτή δεν είναι για εύκολες αναγνώσεις. Και για όποιον θελήσει να εισχωρήσει στα δικά της μονοπάτια, η επιστροφή σε ανώδυνες γραφές δεν υπάρχει.

[…]

Αυτό είναι το νυχτερινό τρένο.
Κανείς δεν είδε ποτέ τον οδηγό του.
Όμως εδώ και χρόνια μάτια μου
Δεν υπάρχει άλλο όχημα για μας.

Ανάμεσα στις δύο συλλογές που συναποτελούν τους «ομοτράπεζους της άλλης γης», τα «Γυάλινα σπίτια» και το «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;», υπάρχει μυστική δίοδος, για όποιον πατήσει σωστά πάνω στα σημάδια τους. Η απώλεια με το βάρος της χαράσσει βαθιά τους στίχους της πρώτης συλλογής και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το βιωματικό τους περιεχόμενο. Έχει τον τρόπο να πει τα πράγματα ακριβώς όπως είναι, με μια πιστότητα εικόνων και αισθήσεων, κι όμως τη βλέπουμε καθαρά τη μεταμφίεσή τους, απαραίτητη στον ποιητικό λόγο, που έτσι λειτουργεί η κατάθεσή του διαχρονικά.

Την λένε Αντιγόνη και ήρθε να θάψει τον αδελφό της.
Και από πού και ως πού ακούει σ’ αυτό το όνομα;
Έβαλε το σώμα της ασπίδα απέναντι στα βέλη και στα ακόντια του εχθρού;
Έγινε η μάνα και ο πατέρας του, όταν αυτοί τον εγκατέλειψαν;
Ή έφυγε από το σπίτι στα δεκαοκτώ και τον άφησε κι αυτή;
Καλύτερα να την ονομάσετε Άννα ή Μαρία.
Και ετοιμάστε τις πρέπουσες τιμές για τον νεκρό.

Ντύνει τον κόσμο με τη δική της αισθητική αλλά και ηθική κατορθώνοντας έτσι να μας προσκαλεί μέσα στο φαινομενικά παράδοξο τοπίο. Να μπούμε και να το θεωρήσουμε οικείο. Σαν να μπήκαμε στο σπίτι μας. Τα λόγια της είναι αυτά που (κι αν ποτέ δεν τα αρθρώσαμε) θα θέλαμε να τα έχουμε πει. Τα πρόσωπα που φέρνει μπροστά μας είναι τα δικά μας πρόσωπα, οι δικές μας απώλειες.
Η φωνή της, αναγνωρίσιμη, μοιάζει να συναντά άλλους ποιητές, σαν να αποτελεί τον κρίκο σ’ αυτή την αλυσίδα που επιμένει να μιλά για όλα τα δυσερμήνευτα του κόσμου τούτου, κι ας μην μπορεί να δώσει τελικές απαντήσεις.

[…]
Τι σφίγγεις λοιπόν;
Τι είναι αυτό που μόνον εσύ κατέχεις;
Ποιο αρχαίο μυστικό εκτυλίσσεται
μέσα στο κορμί;
Σε ποιο μυστήριο οδηγούμαι
χωρίς μάτια;
Σφίγγα το ξέρω τώρα.
Αυτό που εσύ ζητάς
είναι το μόνο που έχω.

θα δούμε στην ποίηση της Χλόης, κι εδώ, κοντά δέκα χρόνια πριν, μια τελευταία στροφή από το ποίημα του Τάσου Γαλάτη «Τα γερατειά» (Συλλογή «Ο σημειωμένος», εκδόσεις «τυπωθήτω») σαν να ανοίγει διάλογο μαζί της:

[…]
Δεν είναι λίγο να συναντήσεις το μυστικό της φύτρας σου
κι εγώ το άγγιξα το μυστικό
το άκουσα να πάλλεται στο αίμα μου
κι ίσως μόνο γι’ αυτό
αξίζει να με συντροφέψουν στο στερνό ταξίδι μου
του Κολωνού τ’ αηδόνια.

Τα μυστικά περάσματα από την άγνοια στη γνώση, η σοφία συντροφευμένη πια με την οδύνη, αλλά και η συναίσθηση ότι αυτή η απόλυτη πλέον προσέγγιση, του ασαφούς μέχρι πρότινος, αξίζει περισσότερο από όλη την ήρεμη και βολεμένη απόσταση από την αλήθεια. Κυρίως αν έχει όλη αυτή η πορεία αγγίξει τα όρια της αισθητικής απόλαυσης. Σκληρό; Οπωσδήποτε. Αλλά πώς αλλιώς να μιλήσεις για μεγέθη που υπερβαίνουν το ανθρώπινο ύψος;

Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ' ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματα της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνονται τότε τα γυαλιά στην μύτη.
Θροΐζει ο αέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.

Και σκέφτομαι αν ήταν χρώμα αυτό το ποίημα τι θα ήταν; Θα είχε κάτι από το σκούρο πράσινο των φύλλων, εκεί κοντά στο μούχρωμα, να σκιάζει πάνω στο χώμα τον βαθύ του ήχο, να αντιφέγγει πάνω του όλο το μαύρο και το γκρίζο που σέρνουνε τα σύννεφα λίγο προτού να αποσυρθούν. Έτσι θα το ζωγραφίζαμε αφήνοντας στην άκρη τις λέξεις και τον πόνο τους. Γιατί τα χρώματα τη βάφουνε καλύτερα τη βιωμένη θλίψη. Κι έπειτα θα αφουγκραζόμασταν τα ηχοσήματα που στέλνουν εκείνοι που σχολαστικά πληκτρολογούν μηνύματα από έναν κόσμο σιωπηλό, μήπως πιο πολύ (κι από τις λέξεις και τα χρώματα ακόμη) φανεί μια αλήθεια ασήμαντη, μα απόλυτη, λυτρωτική: καθένας μας με τους δικούς του που αναχώρησαν κάνει παιχνίδι, γιατί με τη φυγή τους άλλαξαν μορφή, και πια μας μοιάζουν τόσο.


Στη δεύτερη συλλογή, «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς», έχουμε ανοίξει την αυλαία κι έχουμε εισχωρήσει στον ιδιαίτερο κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη. Νιώθεις να συμμετέχεις σ’ αυτό το σκηνικό που φτιάχτηκε θαρρείς από ταινίες του Φελλίνι ή από σελίδες μυθιστορημάτων ή και τα δύο απολύτως συνταιριασμένα μεταξύ τους. Κι εσύ; Έχεις ήδη μπει μαζί με τα πρόσωπα στον μέσα χώρο αυτής της ποίησης και δεν παρακολουθείς μόνο αλλά και συμμετέχεις. Κι όμως, τα ίχνη δείχνουν πως ομαλά πέρασες από τα πρώτα ποιήματα  των «Γυάλινων σπιτιών» σ’ αυτά τα θεατρικά στημένα με περισσή τέχνη.

Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι, που όλο έπλεε προς τα πίσω κι όταν τελικά φθάσαμε στην καινούργια γη, ανάλαφρος αέρας ανασήκωσε τα κολλαριστά μας φορέματα, τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα, χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε πως ήταν η αθωότητά μας, όπως τα φτερά πεταλούδας ή ένα αλογάκι της θάλασσας και ένας ναύτης είπε είναι η αγάπη κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε απλώς σε άλλο αιώνα.

Διαβάζω και σταματώ εδώ αδυνατώντας να πάω παραπέρα.  Γιατί εδώ δεν είναι η αθωότητα του ζυμαρένιου Χανς αλλά η αυθεντική και ανομολόγητη αθωότητα του ποιήματος, ικανή να ξεχρεώσει αναρίθμητες εικόνες σφάλματος προσωπικού μα και συλλογικού. Και λέω πως, αν αυτό μπορεί να το κάνει η ποίηση, έστω με αυτό το ελάχιστο εδώ, δεν είμαστε εντελώς χαμένοι.

Στην οικογένεια μου είμαστε όλοι πορτρέτα.
Ζούμε γαντζωμένοι από καρφιά.
Με πρόσωπα χλωμά και μάτια μαύρα
μαλλιά σε κότσο και παλαιομοδίτικα φουστάνια
σακάκια που μυρίζουν πράσινο σαπούνι.
Καθώς είμαστε κρεμασμένοι σε τοίχους
που χρειάζονται σοβάτισμα,
έξαφνα κάποιος ερωτεύεται
η κορνίζα του ραγίζει
και κυλάει στο πάτωμα.
Στον τοίχο εμφανίζεται τετράγωνος
ο λεκές της απουσίας.
Ύστερα από λίγο κάποιοι τον ανασύρουν
τον αποκαθιστούν στην αρχική του θέση.
Μόνο τα μάτια του για λίγο αλλάζουν χρώμα.
Μπορεί όμως να ’ναι κι απ’ την υγρασία

Ίσως για τη βίωση της απώλειας τα σκηνικά να είναι απαραίτητα, όπως στο θέατρο ή στον κινηματογράφο, που ξέρεις ότι όλο αυτό είναι στημένο και ψεύτικο, και όμως κλαις. Τη θλίψη την υποδυόμαστε, κατάσαρκα ντυνόμαστε το ρούχο της και με την αμφίεση αυτή πορευόμαστε. Κι εδώ, στην ποίηση, όλα τα βλέπεις, αρκεί να ανασηκώσεις λίγο την κουρτίνα που επιμελώς τα σκεπάζει.
Γι’ αυτό πιστεύω πως η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι απολύτως προσιτή παρά τις μεταμφιέσεις της. Κάτω από κάθε μάσκα που βάζει στα πρόσωπα και στα πράγματα ανακαλύπτεις τον εαυτό σου. Όχι τις ιδέες σου, όπως σε άλλους ποιητές, μα το ίδιο σου το πρόσωπο. Και αυτό δεν είναι σύνηθες στον κόσμο της ποίησης. Τελικά αυτή η ποιήτρια είναι δική μας.

Μια μνεία να γίνει και για την εικονογράφηση του βιβλίου. Το εξώφυλλο και δύο φωτογραφίες στην είσοδο της κάθε μιας από τις συλλογές (όλες της Μαρίας Κοσσυφίδου), με το ασπρόμαυρο λιτό τους σώμα. Υπέροχη υπογράμμιση του ποιητικού κόσμου των σκιών, των απόντων, του κενού χώρου που αφήνουν οι αναχωρήσεις. Του κόσμου δηλαδή της εκλεκτής ποιήτριας, που μοιάζει η εναλλαγή του άσπρου με το μαύρο να τον χρωματίζει ιδανικά.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/oi-omotrapezoi-tis-allis-gis/)