Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017


Ανάμεσά τους
     (διήγημα)


Το μπλόκο της Κοκκινιάς, χαρακτικό του Τάσσου 


Στη μνήμη του Κώστα Κ.



      Μου είχε διηγηθεί, λοιπόν, την ιστορία του. Έτσι απλά, σαν να ήταν κάτι που θα έκανε ο καθένας, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ήσυχος και ήρεμος. Με την κατασταλαγμένη πια γεύση της βιωμένης εμπειρίας -που σου καθορίζει την οπτική σου απέναντι στα πράγματα- με τον απόηχο μιας εποχής τελειωμένης οριστικά. Και αμετάκλητα. Έβαλε πρώτα το τσίπουρο στο ποτήρι του, γέμισε και το δικό μου, τράβηξε μια γερή γουλιά και είπε «άκου να σου τα πω, όσο ακόμα το μυαλό μου τα κρατάει ζωντανά».



Είκοσι έξι χρονών ήταν, και ήταν Κατοχή. Και καταχνιά. Είχαν περάσει κιόλας είκοσι δύο χρόνια που είχαν έρθει με τη μάνα του από τη Μικρασία, με μόνο τα ρούχα που φορούσαν, κατατρεγμένοι και τρομαγμένοι, με ορφανεμένη τη φαμίλια τους, χωρίς μέλλον, χωρίς ελπίδα, χωρίς πατρίδα. Τίποτα. Μα ο πόνος συχνά δίνει ώθηση, η απελπισία δένει το κορμί και το μαθαίνει σε δύσκολους δρόμους και σε ανάποδους καιρούς να μεγαλουργεί. Έτσι μπόρεσαν να ορθοποδήσουν και να φτιάξουν και σπιτάκι  -απ’ αυτά τα πλινθόκτιστα της συμφοράς- αλλά και δουλειά να βρουν, να καταφέρουν να ζήσουν, όπως όπως βέβαια. Και έζησαν. Στο πείσμα όλων αυτών που δεν τους δέχτηκαν δίπλα τους σαν αδέλφια που η ζωή τους είχε διαλυθεί, μόνο τους κοίταζαν με δυσπιστία και επιφυλακτικότητα, λες και θα είχαν να μοιράσουν μαζί τους τα πλούτη και τα καλά μιας ζωής έτσι κι αλλιώς στερημένης. Αυτή δεν ήταν η μάνα που περίμεναν να τους καλοδεχτεί και να τους περιμαζέψει, παρά ήταν η μητριά, που καλύτερα θα είχε να τους αποδιώξει. Με τη δική τους δύναμη μόνο τα κατάφεραν. Με την αξία τους και μόνο.

Και πάνω που η ζωή τους άρχισε να κυλά ομαλά, πάνω που είπαν «πάει κι αυτό το ξεπεράσαμε», ήρθε ο πόλεμος και γκρεμίστηκαν όλα. Τότε φάνηκε ξεκάθαρα, τότε όλοι το κατάλαβαν πως μαζί στα ίδια βρίσκονταν. Κοινή η τύχη τους ολωνών απέναντι στη μαύρη απειλή που καταργούσε τη ζωή τους.

Αυτός δεν είχε και καμιά σπουδαία συμμετοχή σε πράξεις αντίστασης αλλά ζώντας σε μια τέτοια γειτονιά δεν μπορούσε παρά να νιώθει μέσα του αντιμέτωπος με όλον τον φασισμό του κόσμου.

Εκείνο το πρωί, ξημερώματα ήταν, ξύπνησαν όλοι με τον τρόμο στην ψυχή. Αυτοί οι διαόλοι  λες και ξεφύτρωναν από παντού, με οχήματα και με τα πόδια, οπλισμένοι σαν αστακοί, και με μια διάθεση να καταστρέψουν τον κόσμο των ανθρώπων. Εκείνο το πρωινό του Αυγούστου δύσκολα θα το ξεχνούσε η Κοκκινιά.

«Ήταν λες και μας καταράστηκε ο θεός να ζήσουμε όσα ζήσαμε. Να μην ξαποστάσουμε μια στάλα, να μη φάμε γλυκό ψωμί ήσυχοι. Τι να πει κανείς. Έτσι έρχεται καμιά φορά η ζωή.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να σφαλίσω πόρτα και παράθυρα, να κρυφτούμε, να μην ανασαίνουμε καν μέχρι να περάσει το κακό. Αυτοί, όμως, μας καλούσαν να βγούμε έξω όλοι οι άντρες και να μη μείνει μέσα κανείς. Αν τον έβρισκαν, λέει, θα τον τουφέκιζαν επί τόπου. Η γυναίκα, η πεθερά μου, έβαλαν τις φωνές, να μην πάω, να κρυφτώ, όπως κι άλλη φορά έκανα. Πού; Στο πηγάδι. Ο πεθερός μου ήδη άρχισε να καβαλάει το χείλος του πηγαδιού για να κατεβεί και να μου κάνει χώρο και μένα. Όχι, μωρέ, του κάνω. Θα μπούνε μέσα, εδώ πρώτα θα ψάξουν, και πάμε χαμένοι όλοι, και μεις και οι γυναίκες. Μεγάλο κακό ακούγαμε απ’ έξω. Έμοιαζαν αποφασισμένοι να μας αφανίσουν όλους. Φιληθήκαμε, ανοίξαμε την πόρτα, κάναμε τον σταυρό μας, χυθήκαμε έξω. Μόλις χάραζε. Από παντού, από κάθε σοκάκι στη γειτονιά άντρες, μικροί, παιδιά σχεδόν αλλά και μεγαλύτεροι  – βλέπεις μας ήθελαν όλους από τα παιδαρέλια τα αμούστακα ίσαμε τους  ηλικιωμένους. Που να μη σώσουνε ποτέ, η γενιά τους ολάκερη!

Περπατούσαμε και συναντούσαμε στον δρόμο όλο άντρες, μικρούς, μεγάλους που, φοβισμένοι όπως εμείς, βάδιζαν προς την πλατεία. Σε μια στιγμή γυρνάω και λέω στον πεθερό μου ‘άκου να δεις, εγώ χαμένος δεν θέλω να πάω, πάμε ως εκεί και θα κάμω κάτι να γλιτώσω’. Αυτός δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτε. ‘Άμα θέλεις να φας το κεφάλι σου μια ώρα αρχύτερα…’.

Έτσι σε λίγο φτάσαμε. Γερμανοί, να δει το μάτι σου! Με τα όπλα μάς έσπρωχναν να στοιβαχτούμε ο ένας δίπλα στον άλλον. Με μια ματιά να ’κανες και έβλεπες όλους τους γνωστούς σου. Μα τι να πεις. Φόβος μάς είχε ζώσει την ψυχή. Οι Γερμανοί είχαν, όπως πάντα, μαζί τους και τους χαφιέδες τους – δεν θέλω να τους πω Έλληνες, γιατί Έλληνες μια φορά δεν είναι – για τη μετάφραση αλλά και για το κάρφωμα. Ήξεραν αυτοί ποιος και τι στη γειτονιά και σε κάθε ανάλογη περίσταση έδειχναν και ξεπάστρευαν. Αυτά τα καθάρματα μάς έλεγαν τι να κάνουμε, πώς να σταθούμε, πώς να ξεχωρίσουμε οι πιο νέοι από τους μεγαλύτερους. Όπως πέρναγε ένας από δαύτους από μπροστά μου, είπα να του τραβήξω την κουκούλα να δούμε όλοι το βρωμοπρόσωπό του, αλλά κρατήθηκα. Αυτός να πάει χαμένος αλλά να πάω κι εγώ μαζί του… αυτό δεν το ήθελα.

‘Πάω’, είπε ο πεθερός μου και μου έσφιξε το χέρι. Κίνησε να φύγει, και τότε μου ήρθε στο μυαλό η μόνη ελπίδα να σωθώ. Σύρθηκα όσο πιο σκυφτά μπορούσα μαζί του και κόλλησα δίπλα του. Με τους ηλικιωμένους! Τι να σου λέω τώρα… Σαλεύει το μυαλό κάποιες ώρες και σε ωθεί να κάνεις παράτολμα πράγματα. Παίζεις το κεφάλι σου, όχι αστεία. Αλλά μήπως χαμένος δεν ήμουνα έτσι κι αλλιώς;

Οι άλλοι από γύρω με κοίταζαν. Πάει, σκέφτηκα, θα με καρφώσουν θέλοντας και μη, έτσι είναι σαν να με δείχνουν. Τους περισσότερους δεν τους ήξερα καλά. Άλλους πάλι τους γνώριζα. Παλιοί αγωνιστές, ο καθένας είχε και μια ιστορία με διώξεις και ταλαιπωρίες να δηγηθεί μέσα στα δύσκολα χρόνια που πέρασε ο τόπος. Έσκυψα το κεφάλι, σαν να τους πω να αδιαφορήσουν. Τότε ένιωσα λες και όλοι οι γεροντότεροι εύχονταν μαζί με μένα να σωθώ. Στριμώχτηκαν πιο πολύ γύρω μου, σχεδόν με έκρυψαν με τα σώματά τους. Έτσι έγινα σχεδόν ένα με το χώμα σκύβοντας και ζαρώνοντας το κορμί μου. Έκλεισα τα μάτια και περίμενα. Τη σωτηρία ή τον θάνατο. Κι αυτοί που με έκρυβαν με κίνδυνο της ζωής τους, να περιμένουν με κομμένη την ανάσα λες και επρόκειτο για τους ίδιους. Τι να καταλάβεις σήμερα εσύ… Πού είναι τώρα αυτή η αλληλεγγύη, αυτή η σιωπηρή σύνδεση του ενός με τον άλλον; Τέλος πάντων».




Όταν έφυγα από το παλιό σπίτι, κάπου στην Κοκκινιά, η σκέψη μου είχε κολλήσει σε μια φράση της αφήγησής του: «Τι να καταλάβεις τώρα εσύ».



Αυτή η επαφή με τις παλαιότερες γενιές, η έστω ολιγόλεπτη επικοινωνία με τον κόσμο τους, σου δίνει μαθήματα ζωής, και τι ζωής! Η εμφανής απουσία της παραμικρής επιτήδευσης στον λόγο τους, η απλότητα των αφηγήσεών τους παραδειγματική για όλους αυτούς τους σημερινούς κενούς νοήματος επιδειξίες μιας ασημαντότητας. Ασήμαντα ανθρωπάρια να προσπαθούν να διακριθούν στον ανόητο μικρόκοσμο που κατασκευάζει η εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία και να καθορίζουν με την ανοησία τους τα μέτρα και τα όρια της πολιτισμικής μας πραγματικότητας.
Μπλόκο στην Κατοχή, ξυλογραφία της Βάσως Κατράκη 

Ο άνθρωπος, που πριν λίγο μου εμπιστεύτηκε την ιστορία του, σώθηκε από βέβαιο θάνατο τότε. Όλους τους νέους τους εκτέλεσαν. Αυτός σώθηκε. Ίσως γιατί κάποιοι θεώρησαν μέσα σε μια καίρια στιγμή ότι ήταν δική τους υπόθεση να σωθεί κάποιος άλλος. Ίσως πάλι γιατί, όπως λέει ο λαός, δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα του. Η ουσία πάντως είναι μία. Είχα μόλις αφήσει έναν άνθρωπο που καταλάβαινε τη ζωή με πολύ διαφορετικό τρόπο από πολλούς γύρω του. Κράτησε την ακεραιότητά του, όσο μπορούσε καλύτερα τα κατοπινά δύσκολα χρόνια. Βοήθησε, όσο μπορούσε, ανθρώπους που είχαν την ανάγκη του, με ανιδιοτέλεια, και πολλές φορές εισέπραξε την αγνωμοσύνη. «Ξέρεις τι είναι να βλέπεις στον δρόμο άνθρωπο, που του έδωσες το χέρι τότε που το χρειάστηκε, τότε που παιζόταν η ζωή του καθενός κορώνα γράμματα, και να μη σε χαιρετά, να μη σε αναγνωρίζει καν;»

Ο ίδιος δεν είχε ποτέ του (ούτε τότε που ήταν νέος αλλά ούτε και στα κατοπινά χρόνια) ενταχθεί σε καμιά οργάνωση, σε κανένα κόμμα. Ποτέ του, από πεποίθηση. Άκουγε προσεχτικά όλους, προβληματιζόταν, ευχόταν για το καλύτερο, αναθεμάτιζε, όταν αυτό ποτέ δεν ερχόταν. Κύλαγε η ζωή. Ερχόταν η στιγμή να αποφασίσει πού θα ρίξει την ψήφο του. Καταλάβαινε πού θα ήταν το σωστό και το καλύτερο, τουλάχιστον με μια ρεαλιστική σκέψη, για τον τόπο και τη δική του μοίρα. Αλλά…

«Το ξέρω, το καταλαβαίνω, πείθω τον εαυτό μου και τους γύρω μου. Συχνά, δεν σου κρύβω, βάζω στην τσέπη κάποιο ψηφοδέλτιο έτοιμο. Να, όμως, που κλεισμένος στο παραβάν δεν μου έρχεται βολικό να κάνω αλλιώς. Σκέφτομαι πόσα τράβηξαν αυτοί που τότε ήταν συνειδητά ταγμένοι στην υπόθεση – εγώ για λίγο βρέθηκα δίπλα τους – και πάντοτε τους ψηφίζω. Πάρε το, όπως θέλεις. Έτσι νιώθω και δεν γίνεται αλλιώς».

 

Λίγη ώρα μετά είχα μπροστά μου μια κόλλα χαρτί για να αποδώσω την ιστορία του. Για ποιους άραγε;



Διώνη Δημητριάδου

(από τη συλλογή διηγημάτων «Τα κοινά και τα ιδιωτικά», εκδόσεις Νοών, 2014)



γυναίκα


σαν έβαζε τα πόδια της στη θάλασσα
εκεί στην άκρη

θαρρούσε θα την περπατήσει

δεν είχε τη θέληση
τα θαύματα είχαν τελειώσει μέσα της
από νωρίς

άσε που κανείς δεν θα βρισκόταν
να την απο-θεώσει

Διώνη Δημητριάδου
(η φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα)

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017




Συμβιβασμένη πόλη

σταλάζει

επομένη αλώσεως.

Τόσα αποκαμωμένα 

"ενοικιάζεται".

Τόσα χαρτιά

κολλημένα στους τοίχους

με αγγελίες

θανάτου.

Και ούτε ένα

γέννησης.



Τάσος Σ. Μάντζιος

(φωτογραφία: Robert Frank)








το σώμα σε μισή στροφή
στο πρόσωπο γραμμένος ο ίδιος φόβος
η ίδια ανάσα αργοβάδιστη
μ’ εκείνου του αγριμιού
τότε που ανταμωθήκαμε
στους πρόποδες του Υμηττού
στο λιγοστό το φως
μιας απορίας βραδινής

μη φεύγεις
είπα
αλλά ήδη μακριά πετούσατε
εκείνο στα ψηλά τα ορεινά
κι εσύ
δεν ξέρω


 τα άγνωστα
τα φοβισμένα μάτια του
μπορεί ξανά να συναντήσω

τα αγρίμια αργά και πού
γυρεύουνε τον κόσμο των ανθρώπων
μα όχι κι αυτοί που απόσωσαν να ζουν

Διώνη Δημητριάδου
(πίνακας: Γιώργος Σικελιώτης, Γυναίκα στο παράθυρο)










Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017


Η Χλόη Κουτσουμπέλη στη Λέσχη μας

Η Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής συνεχίζει για δεύτερη χρονιά τη λειτουργία της με αμείωτο το ενδιαφέρον των μελών της. Την Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017, ξεκινήσαμε τις συναντήσεις μας με συγγραφείς για την περίοδο 2017-2018. Είχαμε τη χαρά να έχουμε μαζί μας ως πρώτη καλεσμένη, τη Χλόη Κουτσουμπέλη, ποιήτρια και πεζογράφο από τη Θεσσαλονίκη, για να συζητήσουμε  το μυθιστόρημά της «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν».
Ο εποικοδομητικός διάλογος  ήταν αναμενόμενος γύρω από ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, που πυροδότησε ανταλλαγή απόψεων σε μια συζήτηση που ξεπέρασε τις δύο ώρες. Στην επόμενη συνάντησή μας (στις 23 Νοεμβρίου 2017, πάλι στις 6 το απόγευμα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη) θα έχουμε μαζί μας τον Μιχάλη Μοδινό για να συζητήσουμε το μυθιστόρημά του «Εκουατόρια».  






Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017


Θλιμμένα βαλς

διηγήματα

του Ντενί Εμορίν

μετάφραση και επίμετρο: Ανδρονίκη Δημητριάδου

εκδόσεις βακχικόν
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/thlimena-vals/)






η ακτινογραφία ενός ταραγμένου κόσμου



Δεν υπάρχει πραγματικά τίποτα πιο δύσκολο να δημιουργήσεις από τις σύντομες ιστορίες, των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη μοναδικότητα της σύλληψης - σκίτσα τα οποία αν και προτείνονται από την πραγματικότητα, μουχλιάζουν και χρωματίζονται από τη φαντασία μόνο.

Η παραπάνω διαπίστωση ανήκει στον Λευκάδιο Χερν, και πιστεύω ότι αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο την ουσία που περικλείεται μέσα στις μικρές γραφές, τις σύντομες αποτυπώσεις (με τη βοήθεια της μυθοπλασίας) μιας πραγματικότητας τόσο σύνθετης. Ο Ντενί Εμορίν στις δεκατρείς μικρές του ιστορίες, τις οποίες στεγάζει κάτω από τον τίτλο Θλιμμένα βαλς, επιδιώκει την αναμέτρησή του με τη συντομία του κειμένου και το εύρος του περιεχομένου. Και αναδεικνύεται χωρίς αμφιβολία νικητής.

Δύσκολη υπόθεση να αποδοθεί ένας ταραγμένος κόσμος, απότοκο πολλών ανακατατάξεων και πληθώρας λαθών, που αναπόφευκτα (ως εξωτερικό περίβλημα) συσσωρεύονται στον ψυχισμό των ανθρώπων διαταράσσοντας με τη σειρά τους το εύθραυστο εσωτερικό τους τοπίο. Οι ελάχιστες σε έκταση αυτές ιστορίες δίνουν η καθεμιά και μια εκδοχή του αδιεξόδου των ηρώων τους, που ασφυκτιούν σε ένα περιβάλλον που μεταλλάσσεται από φιλικό σε εχθρικό. Πώς, για παράδειγμα, να αντιμετωπίσεις έναν καθρέφτη που επιμένει να σου θυμίζει την αληθινή σου όψη;



Το όπλο εκπυρσοκρότησε, τίναξε τα λεπτά τοιχώματα του διαμερίσματος. Σκίσιμο φωτιάς και φωνή  μίσους. Στον καθρέφτη, λίγο πιο πάνω από το δεξί μάτι, μια τρύπα διακοσμημένη με μικρές γυάλινες ρυτίδες εμφανίστηκε στο μέτωπό «του».

Ή, πώς να αποδιώξεις από μέσα σου (και μέσα από τα γραπτά σου) την κυρίαρχη γυναικεία μορφή, που ωστόσο την έχεις ανάγκη όπως το οξυγόνο;

Αναρωτιόμουν αν η γυναίκα μου μερικές φορές με διαπερνούσε έτσι, με όλη της την ύπαρξη.

Σηκώθηκα με κακή διάθεση να δουλέψω ένα μυθιστόρημα. Στο γραφείο μου, επάνω στο τραπέζι, που με απομόνωνε από τον κόσμο και ειδικά από την Αλίσια, δεν κατάφερνα να ξεκαθαρίσω τις σκέψεις μου. Η Αλίσια ήταν εκεί, σ’ αυτόν τον στενό κύκλο που της ήταν απαγορευμένος. Αισθανόμουν την παρουσία της, το βλέμμα της, ακόμα και τη σιωπή της.


Αλλού θα δούμε μικρές και ασήμαντες παρεξηγήσεις, παράλογους φόβους να γίνονται καθοριστικοί παράγοντες που παίζουν τη ζωή κορώνα γράμματα. Οι ήρωες των διηγημάτων του Εμορίν αναζητούν τον χώρο τους, προκειμένου να υπάρξουν, να σαρκωθούν σε αληθοφανείς περσόνες. Αυτός, όμως, ο ποθητός χώρος αρνείται να αποτελέσει το ασφαλές περιβάλλον γι’ αυτούς. Μνήμες από το παρελθόν ξεπηδούν και το καθιστούν ιδιαιτέρως  επίφοβο. Ίσως να  είναι το ασταθές εσωτερικό τους  τοπίο που προσδιορίζει την αμφίβολη ισορροπία τους στον κόσμο που τους περιβάλλει. Κι όμως, στην αρχή της αφήγησης όλα φαίνονται ομαλά και κοινότοπα, όπως πολύ συχνά συναντάμε σε διηγήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η ανατροπή είναι που κάνει τη γραφή του Εμορίν αξιόλογη στη διάκρισή της από τις πολλές άλλες. Η αφηρημάδα μιας αναγνώστριας, για παράδειγμα, θα οδηγήσει απρόσμενα στο τέλος τη ζωής της. Και σε κάποιες ιστορίες συγχέεται η πραγματικότητα με τη συγγραφική μυθοπλαστική απάτη, χωρίς να μπορείς να ξεδιακρίνεις τα όρια μεταξύ τους. Έτσι, θα δούμε μια απλή αναιμία να μετεξελίσσεται -σε μόλις δύο σελίδες- σε ανάγκη επιτακτική για αιμοσταγή δράση, για κυριολεκτική αφαίμαξη του άλλου.   

[…]βύθισε τα αιχμηρά δόντια της στη σάρκα μπροστά της. Το αίμα κυλούσε στο στόμα της Βιργινίας, έβαφε τα μάγουλά της κόκκινα, πλημμύριζε τον λαιμό της… Νόστιμη αίσθηση, απερίγραπτη. Έβγαλε μια άγρια κραυγή. Οι δυνάμεις της ξαναγύριζαν. Ξαναζούσε.

Και ένα παγκάκι που ξηλώνεται για να αντικατασταθεί από ένα καινούργιο ίσως παίρνει, μέσα σε μια ταραγμένη από τις ζοφερές μνήμες συνείδηση, τραγικές διαστάσεις.

Στην αρχή δεν είπε τίποτα. Τελικά, κατάφερε να αρθρώσει: «Είναι δικό μου, δικό μου! Δεν έχετε το δικαίωμα!» Έπειτα, ξανά ένα κύμα από λέξεις ξεχύθηκε από το στόμα του, σ’ αυτήν την ακατανόητη γλώσσα που έμοιαζε με γερμανικά…

Εκείνη την ημέρα και τις επόμενες τα παιδιά δεν πήραν καραμέλες. Ο Άβελ, που κατάφεραν να ακινητοποιήσουν πριν τον οδηγήσουν κανείς δεν ξέρει πού, δεν ξαναήρθε ποτέ.

Δίπλα στους συμπαθείς ήρωες ελλοχεύουν νοσταλγοί μιας παράλογης βίας, που πυροδοτούν και στη σκέψη του αναγνώστη τραγικές εικόνες του παρελθόντος που ακόμα δεν λένε να πεθάνουν. Η λογοτεχνία αναλαμβάνει συχνά τον ρόλο της υπενθύμισης, έρχεται να δικαιώσει την ηθική πλευρά της κοινωνίας και να καταδικάσει, ακόμα και με τη σιωπή των ηρώων της, τις μορφές του κακού που στοιχειώνουν τη ζωή τους.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα μπροστά στο βιβλιοπωλείο με λάστιχα που στρίγκλιζαν. Βγήκε ένας άνδρας. Ο Ζαν-Ιβ δεν κατάλαβε τι συνέβαινε, δεν είχε τον χρόνο να σκεφτεί την Πέρλα ούτε τα Ιεροσόλυμα. Ένα δευτερόλεπτο μετά τα πάντα φλέγονταν. Ο γέρος κατέρρευσε στο πεζοδρόμιο. Αυτή τη φορά το βιβλιοπωλείο είχε κλείσει οριστικά.

Σ’ αυτήν τη δυστοπική εικόνα -και επειδή όλα μετρούν στη μυθοπλασία με το ιδιαίτερο βάρος που προσδίδουν στην πλοκή- δεν μας ξαφνιάζει καθόλου η παρείσφρηση, για παράδειγμα, της Αμερικής του Κάφκα, όταν τυχαία (;) ένας ήρωας θα πιάσει στα χέρια του ένα βιβλίο από τα πολυάριθμα που έχει μπροστά του. Όχι, δεν είναι καφκικό το περιβάλλον σε όλες τις ιστορίες, ωστόσο ο προσεκτικός αναγνώστης θα αναγνωρίσει πίσω από τους χώρους και τα πρόσωπα κάτι από τον κόσμο του σπουδαίου συγγραφέα. Και ίσως τότε να του φανεί τραγικά οικείος ο κόσμος που ο Εμορίν διαλέγει για πλαίσιο των ιστοριών του.

Έπειτα, είναι και ο τίτλος. Από τη μια η θλίψη και από την άλλη το βαλς, χορός που απαιτεί δύο και σε εναργή συμμετοχή για να δέσουν με τον ρυθμό. Οξύμωρο; Εύκολα το εννοούμε μέσα από τη μοναξιά που ξεχειλίζει στην ψυχή των ηρώων, έστω και αν περιτριγυρίζονται από άλλες παρουσίες. Η μοναχικότητα, γιατί κυρίως γι’ αυτή την ποιότητα της μοναξιάς πρόκειται, είναι μια απολύτως προσωπική υπόθεση, και έρχεται εδώ ο καλός συγγραφέας να μας το θυμίσει. Οι τροχιές των ανθρώπων μπορεί να διασταυρώνονται, όμως αυτό που προσδιορίζει το βαρύ φορτίο μέσα τους είναι η αίσθηση ότι είναι μόνοι τους. Ο Εμορίν με την ευαισθησία της γραφής του επιφυλάσσει και το αντίβαρο σ’ αυτήν την απομόνωση, την αναγκαστική ή και την ηθελημένη, προσφέροντας δίπλα στον βασικό ήρωα κάθε φορά κάποιον που τον νοιάζεται, τον αγαπά, τον φροντίζει, όπως μπορεί.

[…]ο Άλφρεντ, ναι, ο Άλφρεντ έκλαιγε. Δυνατοί λυγμοί τράνταζαν το κορμί του. Ήταν η έκπληξη της ζωής μου: οι μεγάλοι μπορούσαν να κλαίνε; Είχα την εντύπωση ότι οι γονείς μου παρηγορούσαν το αγοράκι τους! Αλλά το αγοράκι τους ήμουν εγώ, ο Ρεμί, και μόνον εγώ! Ο Άλφρεντ ήταν μεγάλος, παντρεμένος και αρχηγός οικογένειας! Πώς ήταν δυνατόν;

Ένα μήνυμα αισιοδοξίας ότι δεν χάνονται όλα, όσο κι αν το νομίζουμε; Μια αίσθηση ευθύνης του λογοτέχνη που οφείλει να ανοίξει ένα παράθυρο σε πιο ευοίωνη εικόνα; Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια δυνατή γραφή, αξιοπρόσεκτη στη σημασία της. Από τη σύλληψη της ιδέας ως τη δημιουργία χαρακτήρων ευδιάκριτων (παρά τη συντομία της δράσης), ως τις εμπνευσμένες ανατροπές. Στοιχεία που δηλώνουν την αξία του συγγραφέα.



Διώνη Δημητριάδου

Μιά ἔγνοια μέ πνίγει

(διήγημα)

π. Σταύρου Τρικαλιώτη






«Ὁ ἀγέρας φυσάει ξαφνικός

ἡ καρδιά μου παγώνει

καί ρωτιέμαι μά δέν ξέρω τό γιατί·





μιά ἔγνοια μέ πνίγει

γιά ὅ,τι συμβαίνει ὅ,τι δέν συμβαίνει

γιά ὅ,τι θά συμβεῖ



καί ψάχνω μά δέ βρίσκω τό γιατί.»*



Διάβασε αὐτό τό ποίημα καί τοῦ ἄρεσε γιατί ἀντικατόπτριζε ἐκείνη τή στιγμή τίς σκέψεις καί τή τήν ψυχολογική του διάθεση. Ἐδῶ καί μερικές ἡμέρες εἶχαν συμβεῖ πολλά δυσάρεστα στή ζωή του. Αἰφνίδια ἀπώλεια προσφιλοῦς του προσώπου, οἰκονομική δυσπραγία καί ἄλλα ἀπρόσμενα γεγονότα, πού τόν εἶχαν ὁδηγήσει σέ ἀδιέξοδο καί τοῦ εἶχαν δημιουργήσει ἕνα αἴσθημα ἀνικανοποίητου.

   Τίποτε πλέον δέν τόν εὐχαριστοῦσε, οὔτε ἡ παρέα τῶν φίλων του, οὔτε τό θέατρο οὔτε ὁ κινηματογράφος, μά οὔτε καί οἱ ἀγαπημένες του ἐκδρομές στά χιονοδρομικά κέντρα, οἱ ὁποῖες παλαιότερα ξετρέλαιναν.

   Μαγείρευε πλέον μηχανικά πολύ ἁπλά φαγητά - ἦταν ἐργένης- μόνο ἀπό ἀνάγκη καί γιά νά ἔχει νά βάλει μιά μπουκιά στό στόμα του.

   Εἶχε ἀρχίσει νά σκοτεινιάζει γιά τά καλά. Μέσα Δεκεμβρίου καί ἡ Ἀθήνα ντυνόταν τά γιορτινά της. Ὅμως, ὅλα αὐτά τόν Ἀνέστη τόν ἄφηναν ἐντελῶς ἀδιάφορο. Καθόταν μέ τίς ὧρες στόν καναπέ ἤ στό γραφεῖο του καί ἄφηνε σέ ἕνα σωρό «γιατί» νά τορπιλίζουν τό μυαλό του. Τό κρύο τοῦ χειμώνα εἶχε κάνει κατάληψη καί στήν καρδιά του. Ἦταν ἔξυπνος ἄνθρωπος – εἶχε βγάλει τό Φυσικό μέ ἄριστα- ἀλλά αὐτή του ἡ ἐξυπνάδα ἔκανε πιό αἰσθητή τήν τραγωδία του.

   Σκεφτόταν, σκεφτόταν πολύ. Ἔκανε πολλούς καί περίπλοκους συλλογισμούς καί ὅλο ἀναρωτιόταν γι᾽ αὐτά πού τοῦ εἶχαν συμβεῖ καί τόν βασάνιζαν. Ὁρισμένα δέν μποροῦσε νά τά χωνέψει μέσα του. «Θά μποροῦσε αὐτό νά μή μοῦ εἶχε συμβεῖ. Θά μποροῦσε νά μήν εἶχε πεθάνει τώρα τό ἀγαπημένο μου πρόσωπο. Θά μποροῦσαν τά οἰκονομικά μου νά εἶναι πιό ἀνθηρά», σκεφτόταν καί τόν ἔπιανε τό πικρό παράπονο. «Ἔπειτα εἶναι ζωή αὐτή πού κάνω; Ἕνας ἐργένης εἶμαι πού σπατάλησα τά καλύτερα χρόνια τῆς ζωῆς μου σέ ταξίδια καί διασκεδάσεις καί ὅλο ἀνέβαλα τά σχέδια γιά τήν ἀποκατάστασή μου, πού ποτέ τελικά δέν ἦρθε. Καί τί κατάφερα στή ζωή μου; Ἔμεινα ἕνας μαγκούφης καί μισός. Καί τώρα πού ἦρθαν ἀπανωτές οἱ δυσκολίες καί τά προβλήματα, δέν ξέρω πώς νά τά διαχειριστῶ».

   Ὧρες ὧρες αὐτές οἱ σκοτεινόχρωμες σκέψεις τόν τόν πανικόβαλαν. Καί τότε ἄρχιζε νά ἀνησυχεῖ σοβαρά γιά τήν ψυχική του ὑγεία. «Ἔτσι πού πάω, σίγουρα θά πέσω – τό λιγότερο- σέ κάποια μορφή κατάθλιψης ἤ καί σέ κανένα βαρύτερο ψυχικό νόσημα καί ἄντε μετά νά ξεμπλέξεις μέ τούς ψυχιάτρους καί τά ἀναγκαῖα φάρμακα πού θά μοῦ χορηγήσουν. Θά καταντήσω σάν φυτό, ὅπως τίς προάλλες ὁ φίλος μου ὁ Ἀρίστος, πού στό τσάκ τή γλίτωσε ὁ καημένος ἀπό τό ψυχιατρεῖο. Κι ἄν μπεῖς στή φωλιά τοῦ κούκου, τήν ἔβαψες, κατά τό κοινῶς λεγόμενο. Ὁ Θεός νά σέ φυλάει!»

   Μέσα στήν παραζάλη του θυμήθηκε τή συχωρεμένη τή μητέρα του – καλή της ὥρα ἐκεῖ πού βρίσκεται- ἡ ὁποία σέ άνάλογες δύσκολες καταστάσεις πού ἀντιμετώπιζε, τοῦ πρότεινε νά διαβάζει στίχους ἀπό τούς Ψαλμούς τοῦ Δαυίδ. «Εἶναι βάλσαμο γιά τήν ψυχή, παιδί μου», τοῦ ἔλεγε. «Πόσα καί πόσα βάσανα δέν πέρασα κι ἐγώ στή ζωή μου; Κι ὅμως, τά ξεπέρασα γιατί πάντα κατέφευγα στήν προσευχή καί στήν καρδιακή ἀνάγνωση τοῦ Ψαλτηρίου. Ἐκεῖ ἔβρισκα τή λύση σέ ὅλα μου τά προβλήματα, ἐκεῖ ἔβρισκε παρηγοριά ἡ ψυχή μου. Ἦταν σάν νά μιλοῦσε στήν καρδιά μου ὁ ἴδιος ὁ Θεός». Ἔφερε στό νοῦ του τή μητέρα του σάν νά ἦταν ὁλοζώντανη, σάν νά τόν χάιδευε καί νά τόν ἀγκάλιαζε, ὅπως τότε πού ἤτανε παιδί.

   «Σέ κάποιο ράφι τῆς βιβλιοθήκης μου ἔχω καταχωνιασμένο τό Ψαλτήρι τῆς μητέρας μου», σκέφτηκε. «Γιά νά δοκιμάσω νά τό διαβάσω λίγο, δέν ξέρεις καμμιά φορά τί γίνεται! Ἔπειτα εἶναι ἡ εὐχή καί ἡ πείρα τῆς μανούλας μου. Λίγο τό ἔχεις;»

   Ἔπειτα ἀπό πολύ ψάξιμο βρῆκε τό Ψαλτήρι. Τό ἄνοιξε μέ λαχτάρα. Στήν πρώτη σελίδα διάβαζε:



ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ

ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ

Ἐν Λονδίνῳ 1948



Τό τομίδιο μέ τούς Ψαλμούς, πού κρατοῦσε πλέον στά χέρια του, ἦταν πολύ ὄμορφο. Εἶχε μικρά τυπογραφικά στοιχεῖα – γιά ἐξοικονόμηση χώρου-, ὄμορφη ἀρίθμηση μέ ἐναλλαγή γραμμάτων καί ἀριθμῶν, καί ποιητική διάταξη τῶν στίχων. Στή δεύτερη σελίδα παρατήρησε σημειωμένα μέ μολυβάκι τά γραμμματάκια τῆς μητέρας του: Καλλιόπη Βράχου, 18 Ὀκτωβρίου 1951.

   «Τότε πρέπει νά ἦταν εἴκοσι ὀκτώ χρόνων κι ἐγώ μικρό παιδάκι πέντε χρόνων» συλλογίστηκε. Συγκινήθηκε καί χωρίς νά τό καταλάβει μερικά δάκρυα πότισαν τά μάγουλά του. Δάκρυα πολύ καυτά. Ἔνιωσε σάν νά καθάρισε ἡ ὅρασή του καί ξαφνικά νά εἶχε ἀνακαλύψει ἕνα καινούργιο νόημα στήν πεζή καί ἄχαρη ζωή του. Θυμήθηκε τά ὄμορφα παιδικά του χρόνια καί τά γλυκά ὄνειρα πού ἔκανε τότε γιά τή ζωή του. Τόν ἐνθουσιασμό καί τό πεῖσμα πού τόν χαραχτήριζαν.

Ἄρχιζε νά ξεφυλλίζει τό τευχίδιο μέ τούς Ψαλμούς, ὥσπου ἔφτασε στήν τελευταία σελίδα. Ἐκεῖ, πάνω στή λευκή σελίδα ἡ μητέρα του εἶχε σημειώσει ὁρισμένους ψαλμικούς στίχους, γράφοντας μπροστά ὁρισμένους τίτλους. Στόν πρῶτο στίχο ἔγραφε: ὅταν μᾶς βρίσκουν οἱ θλίψεις στή ζωή, Ψαλμός ΜΕ´, 45, σελίδα 50. Ὁ Ἀνέστης μέ κάποια ἀγωνία καί συνάμα περιέργεια ἀνάτρεξε ἀμέσως στήν παραπομπή καί διάβασε:



Ὁ Θεὸς ἡμῶν καταφυγὴ καὶ δύναμις,

βοηθὸς ἐν θλίψεσι ταῖς εὑρούσαις ἡμᾶς σφόδρα.



Διάβασε τόν στίχο δυό-τρεῖς φορές καί προσπάθησε νά ἐμβαθύνει στό νόημά του. Αὐτό ἦταν! «Εἶναι σάν νά σοῦ μιλάει ὁ ἴδιος ὁ Θεός: Ἐγώ εἶμαι τό καταφύγιό σου καί ἡ δύναμή σου, ἐγώ μόνο μπορῶ νά σέ βοηθήσω στίς τρομερές θλίψεις πού σέ βρῆκαν», μετέφρασε στά γρήγορα μέσα του. Ξαναδιάβασε τόν στίχο ἄλλες δυό φορές. Ἔκλεισε τό τευχίδιο καί τό ἔσφιξε πάνω στό στῆθος του. Εἶχε ἀρχίσει νά νιώθει κάποια ἀνακούφιση. Ἔπειτα πῆγε στήν κρεβατοκάμαρά του, στάθηκε μπροστά σέ ἕνα παλιό κόνισμα τῆς Παναγίας τῆς παρηγορήτριας - ὅπως ἦταν ἡ ὀνομασία της, πολύτιμο οἰκογενειακό κειμήλιο ἀπό τή Μικρά Ἀσία- καί αὐθόρμητα γονάτισε γιά πολλή ὥρα μπροστά στή Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Μέ λυγμούς ἄρχισε νά τῆς λέει τόν πόνο τῆς ψυχῆς του καί νά κλαίει ἀπαρηγόρητα σάν μικρό παιδί. Πέρασαν εἴκοσι λεπτά καί τοῦ φάνηκε σάν νά ταξίδεψε στόν Παράδεισο. Χρόνια εἶχε νά προσευχηθεῖ μέ τόση μεγάλη θέρμη.

   Ἀφοῦ σηκώθηκε, ἄνοιξε τό ἑρμητικά κλεισμένο παράθυρο κι ἕνας λαμπερός καί εὐεργετικός ἥλιος μπῆκε στό σκοτεινό δωμάτιο καί τό ζωγράφισε μέ τίς χρυσές του ἀχτίδες.

   Ἀνανεωμένος καί μέ ἀναπτερωμένο τό ἠθικό του βγῆκε στόν κεντρικό δρόμο καί σέ μιά μεγάλη ἀλάνα εἶδε τά ἀγόρια πού ἔπαιζαν ξέγνοιαστα ποδόσφαιρο. Τά χάρηκε καί τούς χαμογέλασε, χωρίς ἐκεῖνα νά τόν ἀντιληφθοῦν. Στή μαυρισμένη καρδιά του εἶχε εἰσχωρήσει πλέον μιά ἀνείπωτη χαρά. Ἔνιωθε ἕνα ἀλλόκοτο ἐσωτερικό σκίρτημα καί ἠρεμία.

   Ἀφοῦ περπάτησε καμμιά ὤρα περίπου, ξαναγύρισε στό σπίτι καί πῆγε στήν κρεβατοκάμαρά του νά ἀλλάξει ροῦχα. Δίπλα στό κόνισμα τῆς Παναγιᾶς παρατήρησε  τή φωτογραφία τῆς μητέρας του καί τοῦ φάνηκε πώς τοῦ χαμογελοῦσε. Τήν πῆρε στά χέρια του καί τή φίλησε. «Σέ εὐχαριστῶ μητέρα πού αὐτή τή δύσκολη ὥρα ἦρθες κοντά μου καί μέ συμβούλευσες» τῆς ψιθύρισε σάν νά τόν ἄκουγε. «Ξέρω, τό νιώθω πώς ἡ εὐχή σου μέ συντροφεύει πάντοτε», συνέχισε.

   Ξαναδιάβασε τό ποίημα καί ἄρχισε ἕναν ἐσωτερικό διάλογο μέ ἀφορμή τό περιεχόμενο τοῦ ποιήματος, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τήν ποιήτρια: «Ἀγαπητή μου Ἰωάννα, ὁ χειμωνιάτικος ἀέρας πού περιέγραψες ἔπαψε πλέον νά φυσᾶ. Ἠ καρδιά μου δέν εἶναι πλέον παγωμένη, ἀλλά ζεστή καί χαρούμενη. Ἀγαπάω πλέον ὅλον τόν κόσμο. Τά βασανιστικά γιατί πού μέ ἔπνιγαν – καί ἔπνιγαν κι ἐσένα- καί παρολίγο νά μέ ὁδηγήσουν στήν τρέλα ἤ στήν αὐτοκτονία, ἐξαφανίστηκαν μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Δέν μέ ἀπασχολοῦν πλέον. Δέν ψάχνω πιά γιά ἀπαντήσεις σέ ἀδιέξοδα ἐρωτήματα. Ψάχνω ἀπό σήμερα μόνο τόν Χριστό πού μοῦ δίδαξε νά ἀγαπῶ ἀπό μικρό παιδί ἡ μητέρα μου καί τόν εἶχα κρυμμένο καί καταχωνιασμένο στήν ψυχή μου, ὅπως τό Ψαλτήρι στή βιβλιοθήκη».

   Κατόπιν κάθισε στόν καναπέ, πῆρε τό τευχίδιο τῶν ψαλμῶν, τό ἄνοιξε τυχαῖα σέ κάποια σελίδα καί ἄρχισε νά διαβάζει δυνατά τόν πρῶτο στίχο στόν ὁποῖο ἔπεσε τό μάτι του:



Εἰσάκουσον, ὁ Θεός, τῆς προσευχῆς μου ἐν τῷ δέεσθαί με

πρός σέ

ἀπό φόβου ἐχθροῦ ἐξελοῦ τὴν ψυχήν μου. **



Ἐκλεισε τό Ψαλτήρι, ἔγειρε γιά λίγο τό κεφάλι του στό μαξιλάρι τοῦ καναπέ καί ἔτσι ἀνάλαφρο πλέον τόν πῆρε ἕνας γλυκός ὕπνος…



π. Σταύρος Τριακαλιώτης



* Ἰωάννας Τσάτσου, Ποιήματα, Κύκλος Α´, VIII, σελ. 20, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, 1988

 ** Ψαλμός ΞΓ´, 2

 (η φωτογραφία του Sebastião Salgado)