Ετικέτες

Παρουσιάσεις βιβλίων - φωτογραφίες "Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής" "10 νέες βιβλιοπροτάσεις" "8 ενδιαφέρουσες ποιητικές εκδόσεις" "A blessing" ποίημα του James Arlington Wright (σε ελληνική απόδοση) "Για τον Χριστόφορο Μηλιώνη" "Γιατί ο Μπόρχες" "Μια παρουσίαση του ποιητή Γιώργου Θ. Τζια" "Ο Καραγάτσης που αγάπησα" "Προδημοσίευση" "Λέξεις απόκρημνες" Διώνη Δημητριάδου "Προδημοσίευση" Σωτήρης Κακίσης "Μια νύχτα τη μέρα" ποιήματα εκδόσεις Ερατώ "Τα μάγια" διήγημα της Φωτεινής Βασιλοπούλου σε πρώτη δημοσίευση "Ἡ τεράστια κοινωνικὴ σημασία τῶν βλακῶν ἐν τῷ συγχρόνῳ βίῳ" Βιβλία "Τα κοινά και τα ιδιωτικά" Κριτική από τη Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (16 νέες βιβλιοπροτάσεις) Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (15 προτάσεις για ανάγνωση) Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (15 νέες προτάσεις για ανάγνωση) Διηγήματα Διώνη Δημητριάδου "Κι ούτε σκαρί πετούμενο..." Δοκίμια "Πόρτες ανοικτές ή κλειστές;" (η περίπτωση του Κάφκα) Κριτικές 'αναγνώσεις' Max Ritvo "Αιώνες" Κριτικές 'αναγνώσεις' Αντώνης Ξυραφάς "Η σκιά του στρατιώτη" Κριτικές 'αναγνώσεις' Γιώργος Χειμωνάς "Αγάπη σαν ακολασία" Κριτικές 'αναγνώσεις' Δημήτριος Δημητριάδης "Χρόνος αυτόχειρας" Κριτικές 'αναγνώσεις' Ευτυχία - Αλεξάνδρα Λουκίδου "Πέραν της γραφής - Δοκίμια για την ποίηση" Κριτικές 'αναγνώσεις' Θωμάς Κοροβίνης "Ο κατάδεσμος" Κριτικές 'αναγνώσεις' Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ "Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι" Κριτικές 'αναγνώσεις' Ντούμπραβκα Λάλιτς "Ύβρις" Κριτικές 'αναγνώσεις' Ολβία Παπαηλίου "Κατόπιν σύστασης γιατρού" Κριτικές 'αναγνώσεις' Σωτήρης Κακίσης "Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα)" Τόλης Νικηφόρου "Πάθος" ανέκδοτο ποίημα σε πρώτη δημοσίευση Φιλοξενούμενοι Θανάσης Πάνου "Ολιγόστιχα 1" (από την υπό έκδοση συλλογή "Κελιά")

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Οι τρεις γυναίκες της κάσμπας

του Πιέρ Λοτί

σε μετάφραση του Φοίβου Ι. Πιομπίνου

από τις εκδόσεις θίνες





Ο αισθησιασμός της αφήγησης

[…]
καταλάβαινα για μιαν ακόμη φορά τι τρελό και σπαρακτικό που είναι να σπαταλιέται κανείς εδώ κι εκεί ανά την υφήλιο, να εγκλιματίζεται παντού, να δένεται με τα πάντα, να ζει πέντ’ έξι ανθρώπινες ζωές αντί για μία μόνη και καλή, όπως κάνουν οι απλοί άνθρωποι που παραμένουν και πεθαίνουν στην ίδια, πάντοτε αγαπημένη γωνιά του κόσμου όπου πρωτάνοιξαν τα μάτια τους.

Αυτή είναι μία από τις σκέψεις που καταγράφει ο Πιέρ Λοτί ολοκληρώνοντας την ιστορία της Σουλεϊμά, της μιας από τις δύο νουβέλες (η άλλη είναι Οι τρεις γυναίκες της κάσμπας) που περιλαμβάνονται στην έκδοση. Και μάλλον ξέρει πολύ καλά τι λέει. Πολυταξιδεμένος αλλά και εγκατεστημένος για μεγάλα χρονικά διαστήματα έξω από τη Γαλλία, ήρθε σε επαφή με τον πολιτισμό της Ανατολής και ως σκέψη αλλά και ως τρόπο ζωής. Άλλωστε αυτός ο κόσμος θα αποτελέσει την κύρια πηγή της έμπνευσής του. Ένας κόσμος ο οποίος μεταφέρεται με ιδιαίτερη τέχνη στη γραφή του, γεμάτος από εικόνες που αγγίζουν όλες τις αισθήσεις. Οριενταλιστής ο Λοτί, εκπροσωπεί το ρεύμα αυτό που άνθισε τον 19ο αιώνα στη δυτική λογοτεχνία (και γενικότερα στην τέχνη) και εμπλούτισε με τις ανατολίζουσες εικόνες του τις φαντασιώσεις της δυτικής αστικής τάξης για ένα λάγνο σκηνικό αρωματισμένο με αισθησιακές μυρωδιές και ερεθιστικό με τα αργά λικνιζόμενα γυναικεία σώματα.

Ένα τέτοιο εξωτικό σκηνικό ενώνει τις δύο νουβέλες, που μοιάζει να επικοινωνούν ως ανατολικά αφηγήματα  (όπως τις ονομάζει ο ίδιος ο Λοτί), τοποθετημένες στην Αλγερία στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, τόπο εξιδανικευμένο στα μάτια τα δικά του, καθώς αρνείται να παραδεχθεί το τέλος ενός κόσμου που τον είχε κάποτε συναρπάσει.

Η πρώτη ιστορία, Οι γυναίκες της κάσμπας, μας μεταφέρει -με μια αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο- την περιπέτεια τριών ναυτών που θα ζήσουν κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής εξόδου μια εμπειρία που ακροβατεί ανάμεσα στον λάγνο ερωτισμό και στην τραγική ανατροπή. Κι ενώ εδώ ο Λοτί είναι ο παρατηρητής που καταγράφει, στη δεύτερη ιστορία με το όνομα της Σουλεϊμά να δίνεται πότε σε μια  αισθησιακή μορφή και πότε σε μια χελώνα (που τόσο σοφά συγχέονται στη συνείδηση του αφηγητή) θα αναλάβει να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο μεταφέροντάς μας την προσωπική του εμπειρία που μοιράστηκε με τον φίλο και συνταξιδιώτη του Πλάνκετ.

Θα ήταν εύστοχο να χαρακτηρισθούν αυτές οι δύο ιστορίες ερωτικές; Νομίζω πως ναι, υπό το πρίσμα του αισθησιασμού, που διεγείρει τις αισθήσεις και την ερωτική διάθεση. Ακόμα περισσότερο, με δεδομένη την επίδραση της ανατολίζουσας τάσης στην τέχνη, που είναι ικανή να μεταφέρει την πιο λάγνα εκδοχή του ερωτισμού. Στην ουσία μια ένωση ψυχών μέσα από την

ασυνείδητη γοητεία των αισθήσεων, το παράξενο αυτό μυστήριο που είναι ο έρωτας…

όπως θα πει ο ίδιος ο Λοτί.

Με ιδιαίτερη προσήλωση στη περιγραφή των χώρων ο συγγραφέας θα μας θυμίσει ότι οι ήρωες μιας ιστορίας έχουν ανάγκη την ένταξη στο περιβάλλον, προκειμένου να ανασάνουν ως χαρακτήρες και να μεταδώσουν την αίσθηση του ζώντος οργανισμού (αυτή τη γοητευτική ψευδαίσθηση της λογοτεχνίας) και στον αναγνώστη τους. Διαβάζεις και νιώθεις ότι ξετυλίγεται μια εικόνα που τη βλέπεις, την ακούς, την οσφραίνεσαι, την αγγίζεις, τη γεύεσαι. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η μεγαλύτερη αξία των αφηγήσεων του Λοτί κρύβεται ακριβώς στη δυνατότητα εισχώρησης του αναγνώστη μέσω των λέξεων στα λογοτεχνικά του τοπία. Ναι, φυσικά έχει το βάρος της και η ενδιαφέρουσα πλοκή με τις ανατροπές της (απαραίτητες στη λογοτεχνική φόρμα της νουβέλας), αλλά μαγεύεσαι από την αίσθηση που σου δημιουργεί η εικόνα και συχνά την ξεχνάς.


Γέρνοντας σαν οδαλίσκες, ακουμπούσαν το κεφάλι τους στο μάρμαρο των κιόνων και σήκωναν ψηλά τους ωραίους γυμνούς βραχίονές τους, στολισμένους με ασημένια, κοραλλένια ή περουζένια βραχιόλια. Οι πυρρόξανθοι στρογγυλοί βραχίονές τους έρχονταν σε αντίθεση με το τεχνητό ροζ και τη φτιασιδωμένη ωχρότητα του προσώπου τους· έμοιαζαν με κέρινες μορφές που είχαν κεχριμπαρένιο κορμί· τα μεγάλα τους μάτια πνιγμένα μες στο μαύρο χρώμα, τα κρατούσαν χαμηλωμένα με μυστικοπαθή έκφραση. (Οι γυναίκες της κάσμπας)


Και να με, μισοξαπλωμένος στο στρώμα, θωρώντας τη Σουλεϊμά που στέκεται όρθια μπροστά μου, ενώ τη φωτίζει από κάτω η φλόγα της λάμπας της. Είναι λυγερή σαν ελληνική φιγούρα μες στα μακριά, λευκά ρούχα της· έχει ανασηκωμένα τα γυμνά μπράτσα της πάνω από το κεφάλι της, και η σκιά της που ανεβαίνει στο μαύρο ταβάνι μοιάζει με σκιά αμφορέα. (Σουλεϊμά)

Ο αναγνώστης, με τις αισθήσεις του όλες σε διέγερση, αφήνεται να παρασυρθεί από τη γοητεία του κειμένου, και μεταφέρεται στο επινοημένο σκηνικό του συγγραφέα, αδύναμος να πει αν όλα αυτά τα είδε, τα έζησε ή απλώς τα διάβασε.

Κι ενώ τα μάτια μου κλείνουν και η μικρή λάμπα σβήνει, βλέπω ολοκάθαρα, κάτω από τον αιώνια γαλανό ουρανό και πάνω στις ρόδινες άμμους, ένα καραβάνι να περνάει.

Η περιγραφή και η αφήγηση του Λοτί ευτύχησε στην ελληνική γλώσσα να αποδοθεί με τη μαεστρία του έμπειρου Φοίβου Πιομπίνου. Σκέφτομαι πώς θα χανόταν η μαγεία της γλώσσας, αν ο μεταφραστής δεν συμμετείχε στην πανδαισία των αισθήσεων που σου προκαλεί το αρχικό κείμενο. Εδώ, όμως, νιώθεις τη ρέουσα γλώσσα να παρακολουθεί με αυθεντική πιστότητα και να αποδίδει στο μέγιστο βαθμό τη αρχική αίσθηση. Δείτε, για παράδειγμα, πώς μεταφέρεται στην ελληνική γλώσσα η περιγραφή εκείνης της ώρας που η νύχτα μεταλλάσσεται σε μέρα:

Άλλωστε το αληθινό, το άπλετο φως γεννιόταν λίγο λίγο κι απλωνόταν πάνω στο καθετί· κι ο ατμός στο χρώμα της ίριδας διαλυόταν, γινόταν τόσο αραχνένιος που διέκρινες μεσ’ απ’ αυτόν τα πιο απομακρυσμένα πλοία και σχεδόν τον ορίζοντα της θάλασσας· κι ύστερα χανόταν ξαφνικά σαν κουρτίνα από γάζα που πέφτει: ο ήλιος  είχε ανατείλει…

Η συμβολή του Πιομπίνου ουσιαστική και σε κάτι ακόμα. Εμπλουτίζει την έκδοση με μια κατατοπιστική εισαγωγή που τοποθετεί τον Λοτί μέσα στο ρεύμα του οριενταλισμού, ώστε να κυλήσουν ομαλά οι δύο ιστορίες ακριβώς τοποθετημένες στον εξωτισμό της Ανατολής. Και, κάτι επίσης πολύ σημαντικό, στο τέλος των ιστοριών παραθέτει ένα χρονολόγιο της ζωής του συγγραφέα, το οποίο δεν δίνει μόνο τα βιογραφικά του στοιχεία αλλά τα συσχετίζει χρονικά με τα σημαντικά γεγονότα της εποχής του αλλά και τα σύγχρονα της ελληνικής ιστορίας. Έτσι τοποθετείται και ο συγγραφέας και το έργο του μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, σε μια διαλεκτική σχέση προσώπου και εποχής. Οι εκδόσεις Θίνες, μας δίνουν με αυτό τον τρόπο την άποψή τους για το βιβλίο γενικότερα. Ο συγγραφέας και το έργο του δεν είναι τυχαίες υπάρξεις, αλλά  προκύπτουν μέσα σε δεδομένες συγκυρίες.

Η έκδοση εικαστικά υποστηρίζεται από την εικονογράφηση της Μελισσάνθης Σαλίμπα. Ένα εξαιρετικής αισθητικής εξώφυλλο, που σε προκαλεί να ανοίξεις το βιβλίο, που σε προδιαθέτει για τον αισθησιασμό της αφήγησης, που σε βάζει με τον καλύτερο τρόπο στον κόσμο του Πιέρ Λοτί. Κι αν όλα αυτά φαίνονται ίσως μια περιττή πολυτέλεια για κάποιον που θεωρεί μόνο το κείμενο σημαντικό σε μια έκδοση, να υπενθυμίσουμε ότι το βιβλίο είναι μια συνολική πρόταση προς τον αναγνώστη, και δεν πρέπει να υποτιμάται ποτέ ούτε το πληροφοριακό του μέρος ούτε βέβαια και η αισθητική του.

Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/pierre-loti/)



Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Μια ξεχωριστή έκδοση

Δημήτριος Γ. Μπούκης

Μνήμες τρύγου
στα Μεσόγεια Αττικής

από τις εκδόσεις ΑΩ




Έχουμε πει ότι για τις πολύ ξεχωριστές εκδόσεις, αυτές που φτιάχνονται όχι μόνο με την τεχνογνωσία αλλά κυρίως με το μεράκι και την αγάπη για το αντικείμενο, θα βρίσκουμε πάντα την ευκαιρία να μιλάμε. Έτσι εδώ μια έκδοση – κόσμημα.

Διαβάζουμε στην αφιέρωση:
Σ’ όλους τους Μεσογείτες που από πολύ – πολύ παλιά, στον άνυδρο τόπο τους, δημιούργησαν με μόχθο και μεράκι το καλό μεσογείτικο κρασί για να ευφραίνουν καρδιές…

Ο στρατιωτικός γιατρός (ακτινολόγος) Δημήτριος Γ. Μπούκης με πολλή αγάπη αλλά και γνώση έγραψε γι’ αυτόν τον τόπο, για τους ανθρώπους του και τη βασική τους ασχολία, την καλλιέργεια της αμπέλου.
Καταγράφεται στο βιβλίο – λεύκωμα η όλη διαδικασία της αμπελοκαλλιέργειας, τα μέσα πραγμάτωσής της και, κυρίως, η διαδικασία του τρυγητού και της οινοποίησης, όπως γίνονταν πριν τη μηχανοκίνηση.



Συνοδευτική του κειμένου η φωτογραφική απεικόνιση όλων των δεδομένων της ζωής και των διεργασιών που πραγματοποιούνταν στον Μεσογείτικο τόπο και που σήμερα, δυστυχώς, χάνονται.

Όπως γράφει στο συγκινητικό κείμενό της, που συμπεριλαμβάνεται στην έκδοση, η Ελένη Γκίκα:
[...]
Γερνάει ή δεν γερνάει τελικά η μνήμη;
Τα πανηγύρια που ζήσαμε χάθηκαν. Γιατί όταν τα ξαναγράφεις ή τα ξαναδιαβάζεις, όμως πονάνε σαν ζωντανά. Πονάνε μαζί και δροσίζουν. Γιατί ό,τι ζήσαμε είμαστε. Κι όσα υπήρξαν υπάρχουν, χαμένος είναι μόνο ο ξεχασμένος μας χρόνος. 
Δικό μας είναι εκείνο που χάσαμε. Αυτό αποτελεί στις μέρες μας τη μοναδική της πια σιγουριά. Καθώς και το ότι γίνεται ανύπαρκτη η λήθη μπροστά έστω και στην ελάχιστη Μνήμη. (Ελένη Γκίκα, Ένα κοφάκι και δυο σβαρνάδες)




Αυτή την πολύτιμη μνήμη, λοιπόν, εξυπηρετεί και τούτο το βιβλίο. Και, όπως γράφει  ο ίδιος ο συγγραφέας:
Πιστεύω ότι περιγραφικά προσπάθησα να φρεσκάρω τη μνήμη όλων μας, σ’ αυτή την υπέροχη διεργασία, που επί χιλιάδες χρόνια επαναλαμβάνονταν παραδοσιακά στη γη των πατεράδων μας, που όμως σήμερα οι εξελίξεις τείνουν να εξαφανίσουν

Δημήτριος Γ. Μπούκης 
Μνήμες Τρύγου
στα Μεσόγεια Αττικής
εκδόσεις ΑΩ




Ποίηση από τη Λιθουανία

Από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν 
η δίγλωσση συλλογή «Το Φθινόπωρο του Παραδείσου» 
της Νέρινγκα Αμπρουτίτε, 
σε μετάφραση του Σωτήρη Σουλιώτη.




[…] Η Νέρινγκα Αμπρουτίτε είναι προϊόν της απελευθέρωσης της λιθουανικής κοινωνίας, κυρίως της έκδοσης επιλεγμένης λογοτεχνίας, όταν ο εκδότης γίνεται προωθητής νέων ονομάτων στη λογοτεχνία. Η Νέρινγκα μετά από δύο ποιητικές συλλογές, καθώς και δημοσιεύσεις στον Τύπο (και τριών χρόνων λάμψης στον μποέμ κόσμο της λογοτεχνίας) είναι η γυναίκα-κοριτσάκι, η έφηβη με το ύψος ενός μανεκέν και με τον ευαίσθητο σκελετό. Η κοπελίτσα από τη θάλασσα, από τη χερσόνησο που έχει το όνομά της, με λευκό δέρμα που ο ήλιος δεν το καίει.
[…] Η Νέρινγκα "κερδίζει" την ανοικτή ταύτιση με την ακόμα κοριτσίστικη θηλυκότητά της, έτσι όπως αυτή είναι. Βρίσκεται μεταξύ των δύο αντιφατικότερων επιλογών: Θα ήθελε να γράψει στον στενό μικρό μποέμ κόσμο της, και κάποιες φορές σε κάποια μεμονωμένα πρόσωπα. Με την πεποίθηση ότι η Αμπρουτίτε σχηματίζεται ως εκπρόσωπος της μποέμ φιλολογικής γενιάς. Δεν χρειάζονται αποδείξεις ότι όσο και να αλλάξει αυτή η κάστα, στην οποία και εκείνη ανήκει, το να την εξαπλώσει μέχρι τα πέρατα της πολύχρωμης δυτικής κοινωνίας είναι για την Νέρινγκα μοιραίο.

Σωτήρης Σουλιώτης (μεταφραστής της ποίησης της Νέρινγκα Αμπρουτίτε)


Μις Ποίηση

(ψυχή) τσουλάκι με αφάνταστα θλιμμένο πρόσωπο, γυναίκα που κάνει το κοριτσάκι, από το πρώτο βλέμμα όμορφη, και το παίζει κάποια! Φτάνει μόνο ν' ανοίξει το στόμα της, και νιώθεις την ηδονή, θα έλεγες, των χειλιών, και δεν είναι ούτε κραγιόν, ούτε καν τα χείλια, αλλά η ψυχή η ψυχή. Η Ψυχή!... μετράει.


Κάτι από την Ελλάδα
Κάτι από τους Έλληνες

αρχαιοελληνικά ερείπια νεοελληνικά σκουπίδια
η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας – φέτα απ’ το
πρόσωπό σου
σπίτια με φαρδιά μπαλκόνια – καταστρώματα
πλοία νερά
πλένουν τον ορίζοντα πέτρινα γκριζόχρωμα βουνά
τεντώνονται απλώνονται βραχότοποι καφετιά γη
της ερήμου
κάπου κάπου πρασινάδα ελιές  το μυαλό του
έλληνα – κουκούτσι ελιάς
στιμμένο μέχρι την τελευταία σταγόνα ελαιόλαδου
γλιστερό και λιγάκι επικίνδυνο
μετά καφές καβάφης ελληνικός εξωτικό σκοτάδι
ενώ προχωράς στην φωτισμένη
ζώνη και πλησιάζεις τα πρόσωπα των ελλήνων
εκείνοι σκέφτονται κάτι διαφορετικά.


Ο ποιητής

εκείνος προώθησε έναν ποιητή
πιο πέρα από εκείνον δεν πήγε ήταν
ποιητής και ήξερε ότι ήταν ποιητής –τον
ήξεραν οι ποιητές και όλοι οι άλλοι

και δεν μπορούσε να μην είναι ποιητής
από εκείνο τον ποιητή πιο πέρα δεν πήγε –δεν
υπάρχει πια,
αλλά όλοι τον ξέρουν –να  ’χει άραγε
καιρό που βαρέθηκε;

έγραφε όσο δεν τα ήξερε όλα;
για τους ποιητές, και μετά τα ήξερε
όλα για όλα –και σταμάτησε– τον
ξέχασαν όλοι; όμως τον ήξεραν…


Η Νέρινγκα Αμπρουτίτε (Neringa Abrutytè) γεννήθηκε το 1972 στην παραθαλάσσια πόλη Νέρινγκα (Λιθουανία). Σπούδασε Λιθουανική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο του Βίλνιους (πρωτεύουσα της Λιθουανίας). Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές: «Το Φθινόπωρο του Παραδείσου» (1995), «εξομολόγηση» (1997) και «Η α. της Νέρινγκας» (2003). Επίσης έχει εκδώσει ποιητική συλλογή στη Δανία (2003), στη Σλοβενία (2004) και στην Τσεχία (2012).


Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Τρία  ποιήματα της Πόπης Παντελάκη





Μεγαλώνω

Γέμισε ο κόσμος έκπτωτους αγγέλους
με μάτια θολά απορημένα
Λουλούδια της νύχτας
χωρίς ευωδιά
με τσακισμένους μίσχους
ανοιχτούς λαιμούς
που αιμορραγούν
Σταμάτησαν οι μουσικές
Οι συναυλίες των χρωμάτων
έμειναν στη μέση
Οι ιστορίες των ανθρώπων
μετέωρες
Όλα άλλαξαν
Μου είναι δύσκολο να ονειρεύομαι
Μεγαλώνω

Επαρχία

Μια ζωή που ξοδεύεται σταγόνα σταγόνα
λεπτό το λεπτό
στα καφενεία
Μια απέραντη πατρίδα καφενείο
Τσιγάρο
Πόκα
Ανία
Η ζωή περνά αόρατη
και χάνεται λυπημένη
Μ’ ένα δάκρυ- διαμάντι στα βλέφαρα

Φυτά εσωτερικού χώρου

Φυτά εσωτερικού χώρου είμαστε
Άβουλοι, δειλοί
Μαραινόμαστε πρόωρα
ανάμεσα στους ψυχρούς τοίχους
όπου κρέμονται
τ’ αυστηρά πορτραίτα των προγόνων
Με άγρυπνο βλέμμα
παρακολουθούν τις κινήσεις μας
Σε επίχρυσες κορνίζες καδραρισμένα
τα πρέπει 
τα μη
τα «οφείλω»
μην τυχόν και λοξοδρομήσει η ζωή μας
Παραμονεύουν Σειρήνες
να μας μαγέψουν με τα τραγούδια τους
Ο απέραντος ωκεανός μάς ελκύει
Το άγνωστο είναι πρόκληση
Όμως εμείς πρέπει να περιοριστούμε
ανάμεσα στους ψυχρούς τοίχους
ασφαλείς
Ώσπου να πεθάνουμε ένα πρωί
από ασφυξία.

Πόπη Παντελάκη
(από την ποιητική συλλογή «Παραδείσια πουλιά στο καπέλο μου», εκδόσεις Σκαραβαίος)


Σχολιάζοντας τα τρία ποιήματα

Στην ποίηση της Πόπης Παντελάκη εύκολα ανιχνεύεται η ωριμότητα. που έρχεται μέσα από μια ζωή γεμάτη βιώματα. Λέξεις δυνατές, εικόνες σαφείς και συχνά οδυνηρές. Η αλήθεια τους εμφανής μέσα από την προσωπική κατάθεση, η οποία επιλέγει τη λιτότητα στην έκφραση –ακόμα μία ένδειξη ώριμου λόγου. Στο ποίημα «Μεγαλώνω» οριοθετημένη η ζωή μέσα από την καταμέτρηση του χρόνου. Το οδυνηρό πρώτο πρόσωπο του ρήματος δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Το ποιητικό υποκείμενο βλέπει τη ζωή με την αλήθεια που γράφει μέσα του το βάρος των αμείλικτων χρονικών διαστημάτων. Η «Επαρχία» περιγράφει -με τη δύναμη του ελάχιστου (αλλά σημαντικού)- μια εικόνα ζωής που καταχράται την ουσία της εγκλωβισμένη στη στενότητα του χώρου. Η άλλη Ελλάδα. Όσο για τα «Φυτά εσωτερικού χώρου» είναι κυρίαρχο κι εδώ ένα κλειστό τοπίο, στο οποίο περιχαρακώνεται μια ζωή κατ’ επιλογήν των προσώπων, που δεν διανοούνται να ανοίξουν τον ορίζοντα μακριά από την ασφάλεια των προκαθορισμένων στερεοτύπων. Η Πόπη Παντελάκη αφήνεται να φιλοσοφήσει μέσα από τους στίχους της, τοποθετώντας έτσι τον λόγο της στις πιο ενδιαφέρουσες ποιητικές καταγραφές.
(Διώνη Δημητριάδου)


Η Πόπη Παντελάκη γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς Χιακής καταγωγής. Σπούδασε Αγγλική φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Εργάστηκε σε Δημόσια και Ιδιωτικά σχολεία. Από νωρίς ασχολήθηκε με την ποίηση και τη στιχουργική. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ανθολογίες και εφημερίδες. Διακρίθηκε σε ποιητικούς διαγωνισμούς και έλαβε πρώτα βραβεία για τα ποιήματά: «Τρελός ή αναρχικός» από την Ένωση ελλήνων και «Ο κήπος με ατ όνειρα» από την Εταιρεία Γραμμάτων και Τεχνών. Η συλλογή ποιημάτων «Παραδείσια πουλιά στο καπέλο μου» είναι η πρώτη που κυκλοφορεί.


(η φωτογραφία είναι της Μαργαρίτας Μαστροκάλου)
Πολύ σπάνια




Περίγραμμα ενός τοπίου
ή ενός προσώπου μισό χαμόγελο.
Αυτά κρατά η μνήμη,
γιατί μονάχα αυτά νιώθει δικά της.
Αιφνιδίως και κατά βούληση
προσφέρει ενίοτε ψήγματα εικόνων.
Σπάνια η συγκυρία τέτοια
που καταφέρνει να διατηρήσει το ολόγραμμα.
Τότε το αγγίζεις και λες:
Δεν είναι μνήμη.
Είναι ζωή.

Διώνη Δημητριάδου


Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι

της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ

από τις εκδόσεις Καστανιώτη



Ένας μονόλογος σε πόσα πρόσωπα δίνει το βήμα να μιλήσουν; Λογικά σε ένα. Αν μεταφερθούμε σε θεατρικό σκηνικό, ίσως σε περισσότερα, με την άδεια που η πένα του θεατρικού συγγραφέα δίνει στα φανταστικά πρόσωπα να παρεισφρήσουν στη μοναξιά του ενός προσώπου που μιλά. Στον ευρηματικό, ωστόσο, ποιητικό χώρο -εκεί που όλα είναι δυνητικά ανεκτά- πίσω από το πρόσωπο του ποιητή που ως κυρίαρχη παρουσία διευθετεί τα χωροχρονικά του πλαίσια, ανακαλύπτουμε τους πιθανούς συνομιλητές του ως όψεις του ενός προσώπου, και αφηνόμαστε στις σκηνοθετικές του οδηγίες.

Αυτοί οι διπρόσωποι μονόλογοι της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ έχουν ήδη πάρει τη θέση τους στη σκηνή και ακούμε τον ήχο τους. Ένα έργο σε έξι πράξεις και ανάμεσά τους τρία ιντερμέδια. Το ποιητικό υποκείμενο, το Εγώ, φέρνει τον εαυτό του πότε μπροστά από τα άλλα πρόσωπα και πότε αφήνεται να ακολουθεί. Έτσι έχουμε:

Εγώ και ο πόνος (δεύτερη πράξη)
Ο χρόνος κι εγώ (τέταρτη πράξη)
Η υποκρισία κι εγώ (πέμπτη πράξη)
Εγώ και το ποίημα (έκτη πράξη)
Η πρώτη πράξη είναι Το άναρθρο άδειο
Η τρίτη πράξη είναι μια Αθώα θλίψη
Και τα τρία ιντερμέδια στη θέση που τους αναλογεί:
Το αμίλητο μέλλον μετά την τρίτη πράξη
Μαθήματα μοναξιάς μετά την τέταρτη πράξη
Εξομολόγηση στον καθρέφτη μετά την πέμπτη πράξη

Πρόκειται στην ουσία όχι μόνο για τη θέση επί σκηνής αλλά κυρίως για μια εσωτερική γεωμετρία, μια χωροθεσία, όπου το εγώ ξεκινώντας από το άδειο, που δεν αρθρώνει λέξη, οδηγεί την ποιήτρια στην καθοριστική αφορμή του λόγου. Τα δύο πρόσωπα του πρώτου διπρόσωπου μονολόγου, το Εγώ και το Κι εγώ ψάχνουν το άδειο του εσώτερου εαυτού, για να ανακαλύψουν ότι εμπεριέχει όλα τα αβαρή πλέον. Μια αίσθηση του απελθόντος ανεπιστρεπτί. Ένα δωμάτιο άδειο.

ΚΙ ΕΓΩ   […] Αχ, μακάρι να ’ταν τόσο απλό!
ΕΓΩ       Τότε τι έχει μέσα;
ΚΙ ΕΓΩ Δεν έχει τίποτα μέσα. Έχει αδειάσει.

Η διαφορά στη χρήση του χρόνου του ρήματος. Δεν είναι άδειο. Έχει αδειάσει. Ένας Παρακείμενος, σαν παρακοιμώμενος εκεί δίπλα, να θυμίζει ότι έχει συντελεσθεί η απουσία τώρα που μιλάμε. Η απουσία είναι που θα πυροδοτήσει τη συνέχεια των ιδιότυπων αυτών διαλόγων – μονολόγων. Γιατί έχει ήδη κάνει την εμφάνισή του ο παντοδύναμος φόβος. Φόβος για τον εαυτό σου, φόβος για τους αγαπημένους, φόβος για τον κόσμο ολόκληρο, σε μια οικουμενική διάσταση του εαυτού σου, όπως αυτός προβάλλεται ξεφεύγοντας από τα στενά πλαίσια της καθημερινότητας.
Είναι αναμενόμενη η αναμέτρηση με τον πόνο, με το Εγώ εδώ να προτάσσεται κάτω από μια φιλοσοφία επώδυνη,  που μετατρέπει την αναπόφευκτη υποταγή στον πόνο σε μια αυτεξούσια επιλογή.

ΠΟΝΟΣ  Ώσπου μια μέρα ένιωσα τέτοια δύναμη μέσα σου, που αναγκάστηκα να φύγω. Τι έγινε; Τι έφερε αυτή την τραγική αλλαγή και με καλείς να γυρίσω πίσω;
ΕΓΩ       Η ζωή. Αυτή η ίδια η ζωή που μου είχε μάθει να σε ξεπερνώ με δίδαξε αργότερα πως δεν είσαι το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί.

Εγκεφαλικά, με τον στέρεο κανόνα της ορθής λογικής αν δεις τα πράγματα, σου φαίνεται να μπορείς να σχεδιάσεις αυτή την απόλυτη γεωμετρία του εαυτού σου. Απαριθμείς στον προσωπικό σου απολογισμό ζωής τα μαύρα και τα λευκά πιόνια σου, και λες ότι θα ήταν δυνατή ακόμα και η χαρά. Μα, δεν είναι έτσι.

ΕΓΩ   […]Χαίρομαι που δυστυχία μεγάλη δε μου ’χει τύχει -εννοώ έξω από τους φυσικούς κανόνες της ζωής- αλλά η χαρά είναι εγκεφαλική, δε βοηθάει.

Και τότε έρχεται η αθώα θλίψη, αθώα γιατί

ΕΓΩ   […]Είναι σαν τη συννεφιά που σε προστατεύει απ’ τη βροχή
[…]ναι, για μένα η θλίψη είναι άγγελος. Ο άγγελος της μοναξιάς.

Αυτή η βιωμένη θλίψη υπερσκελίζοντας την εγκεφαλική χαρά κάνει επιτακτική την ανάγκη του πρώτου ιντερμέδιου, για να αφουγκραστεί το Εγώ τη φωνή του μέλλοντος. Θα ρωτήσει και θα απαιτήσει μια απάντηση. Μόνο που το μέλλον μόνο σαν σαρκασμός ηχεί. Λάθος είχε κάνει όταν περίμενε  μια ευοίωνη απόκριση.

Το μέλλον δεν είναι αμίλητο.

Τότε θα στραφεί προς τον χρόνο, τον βιωμένο και ασαφή στα όριά του, τον ακατανόητο ως πραγματικότητα απτή, και όμως πανταχού παρόντα να μετράει στιγμές και να αποθηκεύει μνήμες. Εδώ το Εγώ θα αφεθεί να ακολουθήσει μην μπορώντας να ηγηθεί. Ο χρόνος προηγείται ως υλική υπόσταση, ως ανθρώπινη συνθήκη συμφωνημένη (μια προσπάθεια χειραγώγησης του ασαφούς και αορίστου χρονικού σώματος), ως συνείδηση ζωής.

ΕΓΩ […]Πόσες προθεσμίες έχουν λήξει για μένα, πόσο καιρό έχω ακόμη;
ΧΡΟΝΟΣ Δεν ξέρω.
ΕΓΩ Τι; Πώς γίνεται αυτό; Αν δεν ξέρεις εσύ, ποιος ξέρει;
ΧΡΟΝΟΣ Αν ρωτήσεις το ποτάμι που κυλάει σε ποια θάλασσα θα καταλήξει, ξέρει να σου απαντήσει; Όχι, δεν ξέρει.

Δεν μας ξαφνιάζει μετά από αυτή την απάντηση η εισβολή της μοναξιάς στο δεύτερο ιντερμέδιο. Και αυτή, όμως, με τη συνακόλουθη σοφία της.

[…]Πάντα έλεγα πως το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί είναι να συνειδητοποιείς πως η απουσία σου κανέναν δεν κάνει να υποφέρει. Έμαθα τώρα ότι υπάρχει κάτι χειρότερο από αυτό: εσύ να μην υποφέρεις από την απουσία κανενός.

Πόση δύναμη μπορεί να έχει λοιπόν αυτό το Εγώ; Νιώθει την ανάγκη των άλλων; Ζητάει τη βοήθειά τους; Η Υποκρισία εδώ προηγείται, και το Εγώ ακολουθεί αδύναμο από όσα βαραίνουν πάνω του, ανασταλτικά της αυτονομίας του. Όσο κι αν επιζητά την απομόνωση και την εσωτερίκευση, έρχεται ικέτης της δύναμης των άλλων.

ΕΓΩ  […]Όλη μου τη ζωή κούτσαινα, αλλά είναι η πρώτη φορά που νιώθω ανάπηρη.

Ο καθρέφτης στο τρίτο ιντερμέδιο είναι η αποτύπωση της αλήθειας. Έτσι όπως μόνο όσοι γνωρίζουν τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία (για να θυμηθούμε τον άγγελο του ποιητικού σύμπαντος, τον Σικελιανό) μπορούν να κοιτάζουν κατά πρόσωπο το πρόσωπό τους, σε καθρέφτη όχι παραμορφωτικό και γεμάτο ψεύτικα φίλτρα αλλά απολύτως ειλικρινή.

Καθρέφτη μου, θύμα είσαι κι εσύ του ανθρώπινου παραλογισμού που ομορφαίνει αυτό που βλέπει για να μην πονέσει γι’ αυτό που είναι. Σ’ ευχαριστώ που μου παραστέκεσαι και μ’ αφήνεις να σε μισώ.

Στην έκτη και τελευταία πράξη αυτού του προσωπικού πλέον δράματος είναι φυσικό το Εγώ να προηγείται. Γιατί αυτό που ακολουθεί είναι αυτό που από την αρχή πάσχιζε να δημιουργηθεί, και τώρα που αχνοφαίνεται το πρόσωπό του παραχωρεί την πρώτη θέση στον δημιουργό για να αποφασίσει την οριστική του γέννηση. Το Ποίημα.

ΕΓΩ  […]Νομίζω πως ο συνδυασμός αυτός ανάμεσα στον πόνο της απώλειας και την υποσυνείδητη ελπίδα μιας καινούργιας ζωής δημιουργεί το ποίημα.
[…]
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ Και γιατί όλη αυτή η σκοτεινιά δε γεννάει ποίημα; Γιατί δε με γεννάει;

Αυτό το τελικό ερώτημα έχει μια αμφίρροπη απάντηση. Ή καλύτερα, θα έλεγα, η ποιήτρια εδώ -αυτό το πάσχον Εγώ των διπρόσωπων μονολόγων- αφήνει την απάντηση στον αναγνώστη. Δεν έχει πολύ μεγάλη σημασία η συναρίθμηση ενός έργου μαζί με τα ομοειδή. Έτσι ίσως καμία αξία να μην έχει η απόφαση του αναγνώστη  να ονομάσει ποιήματα αυτά που μόλις διάβασε. Η ουσία του πράγματος αν μας ενδιαφέρει, είναι ότι πρόκειται για μια προσωπική κατάθεση / εξομολόγηση της ποιήτριας προς τον εαυτό της αλλά και προς το ευήκοον ους εκείνου που θα σκύψει πάνω από τις λέξεις της και θα αφουγκραστεί τον ποιητικό παλμό. Ίσως να ισχύει και αυτό που λένε ότι ο ποιητής ό,τι και να γράψει πάλι ποίηση θα προκύψει, με το ένα ή το άλλο πρόσωπο από τα από πολλά που αυτή διαθέτει. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφει η ίδια η ποιήτρια άλλωστε:

Ήταν μια μέρα παράξενη. Μια μοναξιά με είχε τυλίξει σαν σύννεφο βαρύ. Στράφηκα στην ποίηση, όπως πάντα όταν δυσκολεύομαι στη ζωή. Αλλά κι εκείνη απουσίαζε. Αυτό το καταλαβαίνω, σκέφτηκα, αφού η νιότη είναι η κύρια πηγή της ποίησης κι ακολουθεί η έμπνευση που γεννιέται από το σμίξιμο πόνου και νιότης. Και τότε μου ήρθε η ιδέα ν’ αποκτήσω έναν καινούργιο συνομιλητή: τον εαυτό μου. Ήταν ξαφνικά πολλά που ήθελα να τον ρωτήσω, πάντα το ’θελα, αλλά όλο κάτι άλλο συνέβαινε, πιο σημαντικό, και τον ξεχνούσα.

Θα μπορούσε, λοιπόν, όλο αυτό να ήταν η αναζήτηση της αφορμής για το ποίημα. Ένα ποίημα που ίσως γράφτηκε ίσως όχι. Αλλά και η αφορμή ενός ποιήματος  από την ίδια ψυχή πάλλεται με το ίδιο το ποιητικό έργο.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό frear.gr http://frear.gr/?p=16998)
Μινωική τοιχογραφία η αυλή μας

αφήγημα της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά
            





     Το σπιτικό μας δυο δωμάτια χτισμένα στο βάθος με φάτσα στην αυλή, την κλειστή ολούθε με ψηλό τοίχο. Έκλεινε ένα δικό της κόσμο. Αυτός ο κόσμος «ήταν δικός της και δικός μας». Ακατέργαστες μαρμαρόπλακες στο δάπεδο από άπειρα χέρια βαλμένες, άμα τις σφουγγάριζες ένιωθες την ατεχνία κι άμα σκουντούφλαγες επίσης. Τοιχία υψωμένα όπως όπως,  ολοκίτρινα, όμως, σαν τον κρόκο του αυγού, ασβεστωμένα με μπόλικη δόση ώχρας και καρφιά σκουριασμένα  εδώ κι εκεί, καρφωμένα για ευκαιριακή διακόσμηση. Κλουβιά δύο τον αριθμό, με τρόφιμους συνήθως καρδερίνες, άλλοτε  και καναρίνια, περπατούσαν από καρφί σε καρφί προς τα σκιερά. Του πατέρα  αγάπες. Σε ένα τεράστιο καρφί εκεί που σκίαζε η κληματαριά κρέμονταν πάντα ματσάκια δυόσμου, βασιλικού, λεβάντας, τα μυρωδικά για στέγνωμα. Της μάνας σφραγίδα, φροντίδα. Το στεφάνι του Μάη από μάη λατρεία μας. Μάζεμα, πλέξιμο, κρέμασμα, αποκαθήλωση και κάψιμο στην πυρά τ’ Αγιαννιού. Γλάστρες, γλάστρες, αμέτρητες, τενεκεδένιες γλάστρες στα χαμηλά με σπαράγγι, φτέρη, τριανταφυλλιές, κάλες, ιβίσκους και βεγόνιες. Ιδιαίτερη μνεία στο βασιλικό, που φυτευόταν εις τετραπλούν σε μισούς τενεκέδες και κάθε πρωί διαφορετική παρειά του έβλεπε προς τον ήλιο, να μεγαλώνει ομοιόμορφα. Απαραίτητο και το κορφολόγημά του, που καθυστερούσε το σπόριασμα. Κάθε άνοιξη φρεσκάραμε το κεραμιδί χρώμα στις γλάστρες εξαφανίζοντας τις διαφημίσεις του αρχικού τους περιεχομένου, ελαιόλαδου ή τυρού συνήθως. Το μικρό περιβόλι στη μέση του βόρειου τοίχου ένας εξώστης με εποχιακή πραμάτεια, πότε χρυσάνθεμα, πότε μοσχομπίζελα, ζίνιες, ζουμπούλια και φρέζες, γύρω τριγύρω από την κοντούλα λεμονιά, μια πολύχρωμη, διακοσμητική ταινία. Δίπλα στον κίτρινο τοίχο, οι κεραμιδιές γλάστρες  και η λουλακιά αυλόπορτα πιο πέρα, φαντάζεστε; Μια μινωική τοιχογραφία η αυλίτσα μας.
            

    Μεγάλης αξίας το δίδυμο κιόσκι κατάφατσα του σπιτιού. Εντός αυλής πάντα, αόρατο από το δρόμο, κρυμμένη ομορφιά σαν χανούμισσα. Έκπληξη για όποιον άνοιγε πρώτη φορά την αυλόπορτά μας. Γονιμοποίηση διαφορετικών σπόρων τα δίδυμα βλαστάρια του. Αριστερά η κληματαριά, δεξιά η περικοκλάδα. Ξεκινούσαν από ξέχωρη θέση της γήινης αγκαλιάς και αδελφώνονταν στο κέντρο του ουράνιου θόλου τους. Ολόγιομη μπλε χωνάκια η μια, φορτωμένη αγουρίδες η άλλη, ώσπου να μαυροκοκκινίσουν οι ρώγες στα τσαμπιά, καθόσον μαυρελιά η ποικιλία της, έλεγε η μάνα. Χοντρόπετση ποικιλία για μαύρο κρασί, αλλά εμείς σαν σπουργίτια τις κατεβάζαμε τραγανές, αγουρωπές, στυφούτσικες, κρεατωμένες. Στην παχιά σκιά του δίδυμου πλέγματος να δείτε γλέντια, μινωικού παλατιού μεγαλοπρέπειας κι αυτά. Και να τα δείπνα τα λουκούλλεια, τα ανάκλιντρα για τη μεσημεριανή ραστώνη, που συχνά εξυπηρετούσαν και το βραδινό ύπνο όσων περίσσευαν από τα διαθέσιμα κρεβάτια εντός. Αραδιασμένα στη γωνιά τα υλικά των παιχνιδιών, βότσαλα για πεντόβολα, κοχύλια για χειροτεχνίες, κόκαλα για βεζίρη και τα απαραίτητα του εργαστηρίου ραπτικής της μάνας σκεπασμένα με ένα κλαρωτό ύφασμα. Όλα  για μια κοινωνία μελίσσι της προκοπής.

          Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αυλής και της οικίας γενικότερα η φιλοξενία. Σόι αμέτρητο, συγγενείς πολλών γενεών, φίλοι συγγενών, γνωστοί γνωστών και πλείστοι άλλοι, που μας κουβαλούσαν ξενιτεμένα «χαιρετίσματα», εδώ είχαν μια θέση στο καλοκαιρινό μας τραπέζι μετά ύπνου. Το χειμώνα περιορισμένες οι προσφορές. Φαγητό στην γκαζιέρα πιέσεως και η μάνα μαγείρισσα για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Ύπνος γιοκ. Ποιος πρώτα στα δυο δωμάτια πενταμελούς οικογένειας! Καλοκαίρια, όμως, φουλ πανσιόν. Φωτογραφίζουμε μια αυλή με ράντζα και ντιβάνια, με πανωσέντονο και κατωσέντονο άνετος ο ύπνος. Το κάτωθεν της κληματαριάς διέθετε κουνουπιέρα, ένα λεπτοϋφασμένο ζαχαρί ύφασμα ξεκινούσε από την κορομηλιά, στη δυτική γωνία, σφιχτοδεμένο σαν ανθοδέσμη στην αρχή του. Κι ύστερα στο λοξοδρόμισμα άνοιγε το υφασμάτινο «άνθος» και κουκούλωνε το κρεβάτι. Το δεύτερο, κάτω από την περικοκλάδα, είχε επίπεδο κιόσκι ένα υφαντό σεντόνι, προφυλακτικόν από τα μυρμηγκάκια που έπεφταν εξ οροφής. Για τα κουνουπάκια της νύχτας και τις μύγες του πρωινού μοναδική σωτηρία το κουκούλωμα από τα νύχια έως και το κεφάλι.
Γέμιζαν οι καλοκαιρινές μας κλίνες από ανθρώπους βολικούς, που περίμεναν υπομονετικά να αδειάσει το πλυσταριό-τουαλέτα να πάρουν σειρά, που έριχναν νερό στο πρόσωπό τους πριν την «καλημέρα» στη βρύση πάνω από τη γούρνα. Μόνο σε υπηρετικό προσωπικό υστερούσε από το παλάτι η «μινωική» μας αυλή. Σελφ σέρβις οι εκάστοτε φιλοξενούμενοι, με την υψηλή εποπτεία να ανήκει στη μάνα, στη μαγειρική, όμως, να κατέχει την αποκλειστικότητα!


Βάντα Παπαϊωάννου – Βουτσά

(φωτογραφίες: Βάντα Παπαϊωάννου – Βουτσά)