Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Σκόρπια και Άταχτα

του Δημήτρη Μπούκουρα


από τις
μικρές εκδόσεις





μια τοιχογραφία χαρακτήρων

[…]Γραφτά που τριγυρίζουν στο μυαλό μου, έρχονται και ξανάρχονται και δεν με αφήνουν να ησυχάσω...

Αυτή τη σκέψη καταγράφει ο Δημήτρης Μπούκουρας προλογίζοντας τη δεύτερη ενότητα του βιβλίου του, αυτή με τον τίτλο Σκόρπια και Άταχτα (η πρώτη είναι Οι Λούμπεν). Πότε, όμως, μια γραφή γίνεται βασανιστική; Ίσως αυτό να συμβαίνει όταν οι ιστορίες που αποτυπώνει -είτε είναι αντικείμενο μυθοπλασίας είτε πραγματικές- έχουν μέσα τους κρατήσει σκηνές αληθινές που βρήκαν κάποια στιγμή τον δρόμο για τον αναγνώστη τους, χωρίς ποτέ να εγκαταλείψουν τον δημιουργό τους. Σαν να θέλουν να διεκδικήσουν τον χώρο που τους αναλογεί σε μια φανταστική συνέχεια. Γιατί αυτές οι ιστορίες στην ουσία δεν τελειώνουν όταν σταματάει η γραφή και η ανάγνωση. Συνεχίζουν οι ήρωές τους να βιώνουν την περιπέτειά τους  στο μυαλό του συγγραφέα, συνεχίζουν όμως να διεγείρουν και τη φαντασία του αναγνώστη. Ανήσυχα πρόσωπα, άταχτες και ανένταχτες φιγούρες.

Οι ιστορίες αυτές δεν γράφτηκαν όλες την ίδια εποχή. Μάλιστα, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, κάποιες απέχουν μεταξύ τους κοντά τριάντα χρόνια. Ξέρουμε βέβαια πως η γραφή έχει τους δικούς της χρόνους. Γράφουμε κάθε που μια ιδέα θα μορφοποιηθεί στο μυαλό μας και θα ζητήσει την αποτύπωσή της σε κάποιο είδος του λόγου. Χωρίς να ξέρουμε από τα πριν ότι το συγκεκριμένο κείμενο θα αποτελέσει τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, το οποίο φυσικά θα πρέπει να έχει συνοχή και στη μορφή και στο περιεχόμενο. Κάποια στιγμή όλα αυτά δένουν παραδόξως μεταξύ τους και αρχίζουν να συνομιλούν, και είναι η αλήθεια τους που τα φέρνει κοντά. Τα διηγήματα αυτά, λοιπόν, ακριβώς γιατί αποτυπώνουν εικόνες και στιγμές μιας πραγματικότητας, βρίσκουν τον κοινό τους τόπο και συντροφεύουν το ένα το άλλο με τον καλύτερο τρόπο.

Παραμένουν ωστόσο πολύ άταχτα, όχι τόσο αταξινόμητα και σκόρπια όσο άταχτα και αναρχικά στις σκέψεις που προκαλούν σε όποιον τα διαβάζει. 29 διηγήματα, 29 εικόνες ανθρώπων με το αποτύπωμα πάνω τους μιας κοινωνικής αδικίας, μιας αστοχίας δικής τους ή μιας άτυχης στιγμής. Άλλοι με τη διάθεση να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα, άλλοι απλώς παραιτημένοι από τον αγώνα της ζωής. Μια πινακοθήκη ανθρώπων που πολύ θα ήθελαν να ήταν αλλιώς τα γυρίσματα της μοίρας. Αλλά δεν τους ρώτησε κανείς. Εδώ θα τους δούμε σε διπλανές σελίδες να συντροφεύουν τις τύχες τους. Θα λέγαμε μάλιστα ότι κάποιοι συνομιλούν απευθείας μεταξύ τους, σαν να θέλει ο ένας να συμβουλέψει τον άλλον, σαν να του δείχνει τα δικά του σφάλματα, σαν να βλέπει ο ένας στην τύχη του άλλου αυτό που δεν κατόρθωσε και ο ίδιος, βρίσκοντας έτσι -με τη βοήθεια της λογοτεχνίας- τον φίλο που δεν είχε ή τον σύντροφο στην κοινή μοίρα. Και είναι η τέχνη της γραφής που τους κάνει απολύτως συμπαθείς, άλλους με την αφέλειά τους, άλλους με την τραγικότητά τους, την τοποθέτησή τους στο περιθώριο μιας ζωής που τους αρνείται το αυτονόητο δικαίωμα της πληρότητας. Γιατί το κοινό σημείο συνάντησης όλων αυτών των ανθρώπινων τύπων είναι μια έλλειψη, ίσως ελάχιστη αλλά καθοριστική. Αυτή η έλλειψη αποτελεί και τον πυρήνα της κάθε ιστορίας και ξετυλίγει το νήμα της συναρπαστικής αφήγησης.
Αυτό το χαρακτηριστικό τους, όμως, τους κάνει και απρόσμενα επίκαιρους. Μπορεί κάποια από αυτά τα διηγήματα να γράφτηκαν πιο παλιά, ίσως για να αποτυπώσουν εικόνες που ξάφνιαζαν με το ασύμπτωτο του νοήματός τους μέσα σε μια έστω και επιφανειακά ευημερούσα πραγματικότητα, ωστόσο ήρθαν έτσι οι καιροί που απέκτησαν το δικό τους ταυτόχρονο με την  κρίση που ζούμε. Συχνά προβληματίζομαι αν μπορεί η λογοτεχνία να προσεγγίσει με τον δικό της μύθο μια σύγχρονή της εικόνα, για παράδειγμα μια εικόνα κρίσης πολύπλευρης, όπως ετούτη σήμερα. Ίσως η μεγάλη αφήγηση (το μυθιστόρημα) να αδυνατεί να το πράξει. Εγγενής η αδυναμία, αλλά δεν είναι του παρόντος να το αναλύσουμε αυτό. Όμως, το διήγημα που αιχμαλωτίζει τη στιγμή, το κομμάτι αυτής της πραγματικότητας, έτσι όπως η παρατήρηση του συγγραφέα (αρχή κάθε λογοτεχνικής απόπειρας) στέκεται στο ελάχιστο αλλά σημαντικό, στο μικρό αλλά σπουδαίο, μπορεί νομίζω να το επιχειρήσει. Και μάλιστα με σημαντική ευστοχία, ευθέως ανάλογη της συγγραφικής δεινότητας του δημιουργού του.

Ο Δημήτρης Μπούκουρας είναι μεγάλος παραμυθάς, και χρησιμοποιώ τη λέξη έχοντας σαφή επίγνωση ότι σημειώνω εδώ ένα από τα σημαντικότερα θετικά της γραφής του. Και εξηγώ:

Πρώτον, ξέρει να περιγράφει.

Η περιγραφή του χώρου, στον οποίο μέσα θα κινηθούν οι ήρωες, είναι το απαραίτητο πλαίσιο, το σκηνικό, και χωρίς αυτό (κάτι που καλό θα ήταν να λάβουν υπ’ όψη τους πολλοί νεότεροι συγγραφείς που εστιάζουν στην πλοκή και μόνον) ο ήρωας δεν έχει πού να πατήσει. Παραμένει αιωρούμενος, άρα -για τα λογοτεχνικά μέτρα- ασταθής, ανούσιος, ψεύτικος. Ο Μπούκουρας επιμένει να δίνει γλαφυρά τον τόπο και κατόπιν να περιγράφει πρόσωπα και κινήσεις, χρωματισμούς της φωνής και χειρονομίες, όπως έκαναν  οι παλαιότεροι γραφιάδες, σαφώς σοφότεροι των τωρινών.

[…]Οι λιγοστοί νυχτερινοί επιβάτες ανέβηκαν και κάθισαν όλοι σ’ ένα βαγόνι. Πάλι σφύριξε ο σταθμάρχης, σφύριξε και ο μηχανοδηγός, και το σκοτεινό τρένο άρχισε αργά αργά να τσουλάει στον σιδερένιο δρόμο του. Σε λίγο βρίσκεται στις ακραίες συνοικίες της Αθήνας, ανάμεσα στα μίζερα σπιτάκια του λαού. Μα λίγο λίγο, αγκομαχώντας, λευτερώνεται και ξεχύνεται στον καταπράσινο κάμπο της Αττικής. Πίσω του χάνονται σιγά σιγά τα φώτα της μεγάλης πολιτείας. Πρώτα τρεμοπαίζουν και ύστερα σβήνουν. Πάει. Τέλειωσε. Τώρα πια το τρένο χάνεται ολόκληρο στην αγκαλιά της νύχτας. Μέσα στο βαγόνι οι άνθρωποι προσπαθούν να ζεσταθούν. Οι χωρικοί τυλίγονται στις κάπες τους και το ρίχνουν στο ροχαλητό. Οι φαντάροι αρχίζουν το κουβεντολόι. Ο Κωστής τους ακούει.[…]
(Η ιστορία του Κωστή Λαμπρινού)

Δεύτερον, ξέρει να αφηγείται.

Με γνώση του μέτρου ως προς την έκταση που θα πάρει ο λόγος, ώστε σωστά να μοιραστεί, έτσι που η εικόνα να αφηγείται και η πλοκή να ρέει. Με την εναλλαγή των χρόνων, όταν αυτό απαιτεί η ένταση της στιγμής που αποτυπώνει με τον λόγο του, με δραματοποίηση εκεί που είναι απαραίτητη, χωρίς την ευκολία της επιφανειακής συγκίνησης. Αυτό το χαρακτηριστικό της γραφής του το είχαμε εντοπίσει και στους «Διάττοντες», το αυτοβιογραφικό του αφήγημα. Ξέρει να σταματά λίγο πριν να δακρύσει. Ο λόγος καθοδηγεί τη συναισθηματική κατάσταση μέσω των γεγονότων, όχι μέσα από τις φορτισμένες λέξεις. Έτσι όμως φτιάχνεται η καλή λογοτεχνία.

[…]Εκείνο το απομεσήμερο ο Νικόλας τράβηξε κατά τον Σταθμό Λαρίσης. Είχε περάσει τη σαμπρέλα από τον ώμο και την είχε δέσει σφιχτά στη μέση. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί όπου γίνονταν οι μανούβρες των εμπορικών τρένων. Είχε υπολογίσει ότι με τη μικρή ταχύτητα που γίνονται οι μανούβρες η σαμπρέλα θα τον προστάτευε όταν τον χτυπούσε η ατμομηχανή και έτσι η πρόσκρουση θα του προκαλούσε έναν απλό τραυματισμό. Ένα μικρό πόνο. Και ύστερα θα τον περίμενε η ζεστασιά και το φαγάκι του νοσοκομείου. Πήρε λοιπόν φόρα και έπεσε πάνω στη μηχανή, καθώς αυτή ερχόταν με χαμηλή ταχύτητα. Αλλά ο απελπισμένος, πού να υπολογίσει τους νόμους της Φυσικής; Ποια δηλαδή είναι η συνισταμένη της ταχύτητας, του βάρους και της ελαστικότητας της σαμπρέλας;
Νικόλα...
Καλό σου ταξίδι στον παράδεισο -αν υπάρχει- των φτωχών, των ναρκομανών, των ταπεινών, των καταφρονεμένων.

Τρίτον, κάνει σοφή χρήση του διαλόγου.

Ο διάλογος παρεμβαίνει στην αφήγηση και τη συμπληρώνει, με εκείνη τη ζωντάνια που κάνει συχνά το κείμενο περίοπτο και ανάγλυφο, ζωντανό σαν να το βλέπεις να παριστάνεται μπροστά σου σε νοητή σκηνή θεάτρου. Όμως αυτό το τόσο ζωντανό στοιχείο καταλήγει άχρωμο και βαρετό, αν κάνεις κατάχρηση. Ο Μπούκουρας ξέρει πού να σταματήσει. Και εδώ η αίσθηση του μέτρου κυρίαρχη.

[…]Σε λίγο το αμάξι ξεκινούσε με δύο ανθρώπους ευχαριστημένους. Ένα γέρο και ένα νέο. Ο γέρος, γιατί θα είχε παρέα στο μονότονο ταξίδι του, και ο νέος, γιατί δεν κρύωνε πια και γιατί ανάμεσα στα δόντια του είχε ένα σταρένιο παξιμάδι.
– Δύσκολοι καιροί, άρχισε τον μονόλογο ο οδηγός. Όλη η Ευρώπη έχει γίνει ένα ηφαίστειο. Στο τέλος, στο λέω, στο τέλος ο κρατήρας του θα γεμίσει με αίμα. Αίμα αδερφών. Και να δεις που θα έρθει και πείνα και ξεπεσμός και μιζέρια και αρρώστια... Αντίς τα καράβια να μεταφέρουν στάρι, κουβαλάνε στρατιώτες στοιβαγμένους τον ένανε πάνω στον άλλονα.
Έκοψε το τιμόνι απότομα στα δεξιά για να αποφύγει μια μεγάλη πέτρα που ήταν στον δρόμο του, έτριξε τα δόντια του, βάρεσε μια γροθιά στο ισχνό μπούτι του, και συνέχισε:
– Ο κόσμος τρελάθηκε! Έχω δει κι αν έχω δει πολέμους, αλλά ετούτο που γίνεται τώρα, είναι άλλο πράμα... Ο πατέρας σου είναι στο μέτωπο;
Ο μικρός απάντησε αμέσως με ένα «ναι», σαν να περίμενε την κατάληξη που θα είχε ο μονόλογος.
– Και... η μητέρα σου; ξαναρώτησε ο γέρος.
Ο Κωστής έσκυψε μπροστά, σχεδόν ακούμπησε στο τζάμι, και απάντησε:
– Πέθανε χτες... Και το τζάμι θόλωσε από τον αχνό της πικρής κουβέντας.[…]
(Η ιστορία του Κωστή Λαμπρινού)

Τελευταίο, αλλά όχι και λιγότερο σπουδαίο, έχει χιούμορ.

Ένα χιούμορ που δεν είναι ηχηρό σαν να σκοπεύει να προκαλέσει το γέλιο. Περισσότερο σε κάνει να μειδιάς με τη σκέψη στα γυρίσματα της ζωής, πιο πολύ σε οδηγεί σε μια εκτόνωση από την τραγικότητα των καταστάσεων, δείχνοντας τις δύο όψεις  που θέλοντας και μη (ή, αν προτιμάτε, ευτυχώς) έχει η ζωή ως εγγενή χαρακτηριστικά της. Το χιούμορ του Μπούκουρα μάλλον σχολιάζει παρά προτρέπει σε γέλιο. Γι’ αυτό και είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα της πένας του.

[…]Είδε πολλούς στην αίθουσα να χασμουριούνται. Η διπλανή του κυρία είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με την παραδιπλανή κυρία. Ο κ. Πρόεδρος χαμογελούσε ηλιθιωδώς μεγαλόπρεπα, ή μεγαλοπρεπώς ηλίθια. Η κ. Προέδρου ανυπομονούσε πότε να τελειώσει η εκδήλωση να μπει στο αυτοκίνητο και να βγάλει τα ψηλοτάκουνα που τη χτυπούσαν.
Άλλος ομιλητής ανέβηκε στο βήμα, κι άρχισε κι αυτός να μιλάει για τα ανάπηρα παιδάκια, ενώ η φωνή του έτρεμε από τη συγκίνηση. Δεν ήταν δα και μικρό πράγμα να μιλάς και να σε ακούει ο κ. Υπουργός και όλος ο καλός κόσμος!
Ωστόσο, ο κ. Υπουργός χασμουρήθηκε επικίνδυνα. Ο ομιλητής κατάπιε τον υπόλοιπο λόγο του και κατέληξε με μια ρητορική αποστροφή:
– Δια τούτο, όλοι ημείς οι υγιείς θα πρέπει να συντρέχωμεν εις την δυστυχίαν του πλησίον. Ευχαριστώ.
– Παρακαλώ!
Ήταν η διπλανή του κυρία που το είπε αυτό, καθώς ήταν απορροφημένη στη συζήτηση που είχε ανοίξει με τη διπλανή της. Μα, ευτυχώς γι’ αυτήν, κανείς δεν την πρόσεξε, γιατί την ίδια στιγμή κάποιος από την οργανωτική επιτροπή ανήγγειλε ότι ήταν η ώρα του φαγητού και παρακάλεσε τους καλεσμένους να περάσουν στην αίθουσα της συνεστίασης.[…]
(Η συνεστίαση)
 
Μια γραφή πολύ καλή. Η αποτύπωση μιας πινακοθήκης χαρακτήρων. Αν δεις αυτή την τοιχογραφία στο σύνολό της, τοποθετείς τον κάθε ήρωα στη θέση που του ανήκει δικαιωματικά. Και βλέπεις τώρα την πολύπλευρη σημερινή εικόνα του κόσμου. Με τραγικές φιγούρες αλλά και με κάποιες περισσότερο γκροτέσκο, ακριβώς για να τονιστούν τα χαρακτηριστικά τους. Άλλοι ήρωες να προκαλούν ένα μισό μειδίαμα για τη συμπαθητική τους πονηριά και άλλοι να σε κάνουν να νιώθεις ένα μικρό αδιόρατο τσίμπημα στην καρδιά για την καταραμένη τους την  τύχη, που δεν τους γέλασε ποτέ. Και ανάμεσά τους ο συγγραφέας να τοποθετεί και τον εαυτό του, όπως μας αφηγείται τις αναμνήσεις του από έναν τόπο που μόνο χαμένες πια εικόνες έχει να θυμηθεί.

Τα διηγήματα αυτά, τα σκόρπια και άταχτα, τελικά τα αγαπάς, ίσως γιατί σου δείχνουν τις όψεις της ζωής. Τα σχόλια του συγγραφέα τα ενστερνίζεσαι, γιατί ίσως είναι και δικές σου ενδόμυχες σκέψεις. Αυτή η εκλεκτή συνάντηση του αναγνώστη με τον συγγραφέα είναι το ζητούμενο και το επιθυμητό στη λογοτεχνία. Και ο Δημήτρης Μπούκουρας έχει αποδείξει μέχρι τώρα ότι ξέρει καλά να το πετυχαίνει.

Στο εξώφυλλο οι Πιθανότητες, ο πίνακας της Δήμητρας Κουλούρη. Τέσσερις εκδοχές της ίδιας ζωγραφιάς όμορφα  ζυγισμένες ανά δύο. Εκεί που πας, όμως, να εξοικειωθείς με την ομοιότητά τους, συνειδητοποιείς ότι αυτονομούνται και -άτακτες κι αυτές και σκόρπιες- υποστηρίζουν εικαστικά το περιεχόμενο των διηγημάτων. Αυτές τις ανθρώπινες φιγούρες που η κάθε μια -όσο κι αν εντάσσεται σε ένα σύνολο με όμοια στοιχεία- διεκδικεί τη μοναδικότητά της.

Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/skorpia-kai-ataxta/)




Το επικίνδυνο της λήθης

του Μανώλη Μπίστα

εκδόσεις ΑΩ




[…]Προσφάτως τη µαταιότητα ανακάλυψε.
Γράφοντας µαύρα, βρίσκει το λευκό.
Ευαίσθητος, σφάγιο µε καρδιά
ειλικρινής, άκοµψη αλήθεια
επιπόλαιος, πολλαπλώς εσταυρωµένος[…]

Διαβάζοντας τον τρόπο που συστήνεται ο Μανώλης Μπίστας στο πρωτότυπο αυτοβιογραφικό σημείωμά του, μένω στο οξύμωρο «Γράφοντας µαύρα, βρίσκει το λευκό». Είναι, νομίζω, μια καλή αφετηρία για να δούμε την ποίηση αυτή της απουσίας των χρωμάτων. Γιατί το μεν μαύρο αποτελεί την ενσάρκωση αυτής της απουσίας, καθώς όλα βυθίζονται μέσα του και καταργούνται, ενώ το λευκό έχει βέβαια τη φωτεινότητα αλλά στερείται όλων των αποχρώσεων. Απόλυτες αχρωματικές αξίες λοιπόν. Όλα αυτά βέβαια, αν μιλάμε για ζωγραφικές απεικονίσεις. Εδώ, όμως, έχουμε ποίηση. Έτσι αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο συσχετισμός με τον κόσμο των χρωμάτων, καθόσον μας οδηγεί με την απαραίτητη μεταφορικότητα στο ποιητικό τοπίο.

Είναι αλήθεια (όσοι ασχολούνται βιωματικά με τα γραψίματα το γνωρίζουν) ότι η γραφή συχνά αυτονομείται και ακολουθεί τον δικό της δρόμο αγνοώντας επιδεικτικά την αρχική βούληση (ακόμα και έμπνευση) του γράφοντος. Για να το πούμε απλά, δεν ξέρεις πού θα καταλήξει η ιδέα σου. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια αρχική σκέψη/ερμηνεία  της παράδοξης μετάλλαξης των χρωμάτων:

Σάββατο·
μένω  μόνος και γράφω
ποιήματα σε αμέτρητες
κόλλες χαρτιού που
το πάτωμα ασπρίζουν.

Πολλά γράφεις, περισσότερα ακόμα σκίζεις και πετάς. Επιμένεις, ωστόσο, και ακολουθείς την επιλογή (γιατί, κατά βάση, επιλογή είναι η ποίηση) να βρίσκεσαι διαρκώς στις όχθες:

[…]εκεί θάβρεις το μονοπάτι με τις μυρωδιές.

Ο Μανώλης Μπίστας, στην πρώτη του αυτή αναμέτρηση με τον ποιητικό λόγο (τουλάχιστον εκδοτικά) μας προτείνει μια θέα στον κόσμο του, η οποία ασχέτως του βαθμού πρόσληψης από τον αναγνώστη (αυτή πάντοτε είναι απρόσμενη και εντελώς προσωπική) έχει ένα αναμφισβήτητο νοηματικό βάρος, έχει άποψη, και τολμά να το δηλώνει:

Σχεδόν όλοι εκεί,
καθένας μια ξεχωριστή γραμμή ζωής·
βιώματα με αποκλειστικότητα και
πνευματική ιδιοκτησία.

Ο κόσμος του είναι τα πράγματα που τον περιτριγυρίζουν όλο μνήμες δικές του αλλά και δικές τους:

Αγαπώ τα παλιά σεντούκια
κι έχω πολλά,
μα τούτο το μοναχικό
πιο όμορφο απ’ όλα είναι.

τα σπίτια που αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου αδιαφορώντας για τις καταργημένες εικόνες της νιότης του:

Στην αγλαή αυλή
κάποτε έπαιζαν παιδιά.
Το σκουριασμένο λουκέτο
φυλακίζει συναισθήματα.

οι άνθρωποι κυρίως, που κάποτε ζούσαν εδώ αλλά τώρα μόνον σαν οπτασίες μιας άλλης εποχής στοιχειώνουν τα χαλάσματα:

Τρόμαξαν οι άνθρωποι κι έφυγαν βιαστικά.
Τώρα μόνο μεθυσμένα ξωτικά και ξεχασμένες νεράιδες
στα χαλάσματα, τα ζυμωμένα με σκοτάδι.

Ο χρόνος είναι που δένει όλα αυτά σε μια εικόνα. Αυτός που φθείρει και αλλοιώνει, ταυτόχρονα επιμένει να διατηρεί μνημονικά κατάλοιπα που πάνε πίσω πολύ παλιά στα αρχαία αφηγημένα των μύθων. Εκεί που μπορεί ξαφνικά να συναντήσεις μια Ελένη, που ποτέ δεν έφτασε στη Τροία (σε ένα διάλογο με κείνο το «αδειανό πουκάμισο»), άλλοτε πάλι μια καρτερική Πηνελόπη, σαν δικαιολογία επιστροφής στα πάτρια εδάφη, από καιρό λησμονημένα έτσι κι αλλιώς. Εκεί όμως δίπλα σ’ αυτά τα μυθικά πρόσωπα έρχονται και οι δικές του, οι προσωπικές απώλειες. Ο μύθος καταργείται, όταν η οδύνη έχει τα χαρακτηριστικά του οικείου προσώπου. Εκεί θα πορευτεί μόνος, με τη μοναχικότητα του πρώτου προσώπου να κανοναρχεί τον στίχο και να αποφασίζει σε τούτο το εξαιρετικό:

Εγώ τους νεκρούς μου,
αυτούς που αγάπησα πολύ,
δεν τους έχω θάψει.

Επιλογή, λοιπόν, πάλι  σ’ αυτή την ποίηση που προκαλεί με την ευθύτητα και την αποφασιστικότητά της να ανατρέψει κατά το δοκούν τη σειρά του κόσμου. Οι νεκρές πια παρουσίες, οι απόντες, θα ντυθούν στα λευκά (ξανά η εισβολή του λευκού να γυρεύει ερμηνεία πειστική) και θα συνομιλήσουν μαζί με τον ποιητή, που ενορχηστρώνει γύρω του όσα νιώθει απαραίτητα συμπληρώματα της ζωής του. Μήπως έτσι κατανοούμε καλύτερα πώς το μαύρο μεταλλάσσεται σε λευκό; Αυτή η ποίηση θα μπορούσε να είναι αισιόδοξη; Ξαναγυρνώ στο αρχικό αυτοβιογραφικό σημείωμα, σ’ εκείνο το: «Ευαίσθητος, σφάγιο µε καρδιά», που μοιάζει τώρα να δημιουργεί άλλο ένα οξύμωρο έτσι όπως συνδιαλέγεται με τα ποιήματα. Πάλι εισβάλλει αυτό το καταργημένο χρώμα, το μαύρο. Δίπλα στο λευκό, που για μια στιγμή μάς ξεγέλασε και μας άνοιξε παράθυρο σε μια αισιοδοξία τόσο σύντομη.

Πρέπει όμως να αποφασίσω αν αυτός ο λόγος είναι μαύρος ή λευκός, ή και τα δύο μαζί ενδεχομένως. Και λέω, με την αυθαιρεσία του αναγνώστη (εφάμιλλη της αθωότητας με την οποία προσεγγίζει τα κείμενα), πως αν κατορθώσει να υπερβεί τον εαυτό του αυτός ο ποιητής, αν δώσει μια προέκταση  της δικής του οπτικής, ώστε να φθάσει τον πόνο του άλλου, αν τελικά προτείνει μια στάση ζωής που να μην αφορά μόνο τη δική του θέα στα πράγματα, τότε το λευκό θα υπερισχύσει αναμφισβήτητα και θα καταπιεί όλο το μαύρο, σε μια ενδιαφέρουσα χρωματική ανατροπή. Σ’ αυτό το σημείο βοηθάει ο τίτλος της συλλογής. Ποιος κίνδυνος ελλοχεύει πίσω από τη λήθη; Ξεχνάμε διαρκώς και νομίζουμε ότι έτσι πατάμε πιο γερά στο σημερινό σαθρό κατασκεύασμα της ζωής μας. Χάνουμε ολοένα και πιο πολύ το νήμα που μας κρατάει όρθιους. Θα πει ο ποιητής:

Μην πλανάσαι Ιησού, ίσμεν γαρ τι ποιούμεν

Η επίγνωση, όμως, είναι το πρώτο βήμα για την πλήρη γνώση, το τοπίο ξεκαθαρίζει. Έτσι τώρα μπορεί ο ποιητής να πει μετά λόγου γνώσεως:

Δύσκολες οι μέρες που θα ’ρθουν,
μη ξεχάσεις όμως, μη ξεχάσεις,
γιατί εμείς ξεχάσαμε…

Δεν έχει καμία σημασία ότι τα λόγια αυτά απευθύνονται στο μικρό κορίτσι, το προσφυγόπαιδο. Άλλωστε όλοι πρόσφυγες, φυγάδες είμαστε σε ένα ατελείωτο κυνηγητό, να ψάχνουμε τον εαυτό μας, τον «πολλαπλά εσταυρωμένο», κατά τον ποιητή. Αυτός πάντως μας είπε την αλήθεια, την άρθρωσε μέσα από ένα μαύρο τοπίο, την έφερε στο φως ντυμένη στα λευκά. Όσο την κοιτάζουμε, τόσο ξεκαθαρίζει η εικόνα. Η μνήμη είναι που θα μας σώσει, αν πρόκειται να σωθούμε. Η λήθη κρύβει τον εγγενή κίνδυνο της αυτοκατάργησης του εαυτού μας. Και τούτο το μήνυμα θα το θεωρήσουμε θετικό, θα το δούμε με το ψήγμα αισιοδοξίας που του αναλογεί. Εν τέλει ο Μανώλης Μπίστας μας οδήγησε μέσα από την κλίμακα των γκρίζων (σε μείξη του μαύρου με το λευκό) σε μια θέαση του δύσκολου αλλά ίσως εφικτού. Διακρίνω τώρα τη διαφορά στην εικόνα του εξωφύλλου (έργο του Γιώργου Αγγελή) και στην ίδια πάλι εικόνα, όπως επιμένει δύο φορές (μία στο εσώφυλλο και μία στην τελευταία σελίδα), και αξιολογώ την εισβολή του κόκκινου χρώματος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις δύο ανδρικές φιγούρες. Είναι το ίδιο κόκκινο που γράφει τα γράμματα του τίτλου. Σημειολογικά η λήθη σηματοδοτεί τον κίνδυνο, όπως και το κόκκινο που φυσικά αιχμαλωτίζει το βλέμμα μας, όπως κοιτάζουμε την εικόνα. Σαφές το μήνυμα.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Vakxikon http://www.vakxikon.gr/%CE%BB%CE%AD%CF%83%CF%87%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%90%CE%BF%CF%85-6-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB/)

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017


"Λέξεις απόκρημνες" (Παρουσίαση στις «1002 νύχτες», χτες, 24 Απριλίου 2017)

  δίγλωσση έκδοση

 Διώνη Δημητριάδου
 μετάφραση: Robert Crist, Δέσποινα Λαλά - Crist

Μικρές εκδόσεις




Ίσως να ήταν η σύναξη όλων αυτών των φίλων. Η θετική τους αύρα. Ακόμα και ο καλός δαίμονας της ποίησης. Μάλλον όλα αυτά μαζί έφτιαξαν μια τόσο ξεχωριστή βραδιά. Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» σε όλους. Όλους τους φίλους που με τιμήσατε με την παρουσία σας, τους μεταφραστές των ποιημάτων μου (συνδημιουργούς του βιβλίου) Robert Crist και Δέσποινα Λαλά - Crist, τους εξαιρετικούς ομιλητές Μαριάννα Παπουτσοπούλου, Κούλα Κρυσταλλίδου, Χάρη Μελιτά, τον Δημήτρη Φαρή με την "ψυχοθεραπευτική" του μουσική, τη Χριστίνα Καραντώνη (της "απόκρημνης" φωτογραφίας του εξωφύλλου), τον Σταμάτη Πάρχα και τις Μικρές εκδόσεις.

Από την παρουσίαση της ποιητικής μου συλλογής «Λέξεις απόκρημνες» (Μικρές εκδόσεις) στις ατμοσφαιρικές «1002 νύχτες», χτες, 24 Απριλίου 2017.














































Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

''Συγχώρησις''

διήγημα της Αγγελικής Γιαννοπούλου



  

Aσθμαίνουσα ανέβαινεν την χωμάτινην φυσικήν κλίμακα. Εις την δεξιάν χείραν εκράτει αγιοκέρι εις την ευώνυμον ένα δισάκιον έχουσα εντός του δυο κόκκινα ωά, λαμπριάτικα κουλούρια, ένα κομμάτι άρτου δια την λιγούραν κι έναν μικρόν σουγιάν. Ο μαύρος κεφαλόδεσμος άφηνεν ελευθέρους τους κατάλευκους βοστρύχους. Το πρόσωπόν της ήτο σκαμμένον από τας ρυτίδας αίτινες κατέβαιναν εις διαφόρους σχηματισμούς ως οι χαράδρες του όρους. Εις την κορυφήν ευρίσκετο μικρόν εξωκλήσιον που έφερε το όνομα του αγίου Γεωργίου. Χήρα προ πολλών ετών η Γιώργαινα είχε τάμα εις εκάστην εορτήν του αι-Γιωργιού να πηγαίνει εις τον ταπεινόν ναΐσκον να ανάβει τας κανδήλας.
Μόνη ήτο εις την ζωήν. Ο υιός της είχεν εγκαταλείψει την πατρώαν οικίαν όταν ενυμφεύθη τη Μαργαρώ από τον έτερον μαχαλάν που ήτο φημισμένη δια την καπατσοσύνη και την πονηρίαν της. Όχι ότι η Γιώργαινα ήτο καλυτέρα. Γλωσσοκοπάνα και εριστική έχουσα το δικαίωμα που έλαβε αφ’ εαυτής να κρίνει καθέναν μα ουχί την διάθεσιν να κρίνεται. Η Μαργαρώ πάλι δεν εσήκωνεν μυία εις το σπαθί της. Όταν εγένετο ο γάμος κάθησε εις το σπίτι της πενθεράς της μετρώντας τας ημέρας δια να εύρει την κατάλληλην ευκαιρίαν να αποδείξει εις τον άνδρα της ότι το ''όχι όπως ήξευρες μα όπως βρήκες'' που της είπε η Γιώργαινα όταν ως νύφη δρασκέλισε τη θύρα του νέου της σπιτιού δεν θα είχε εις αυτήν καμμίαν επίδρασιν. Ο άνδρας της ήτο τόσο άβουλος κι ευκολόπιστος  -άλλωστε ήταν κι ο μόνος λόγος που τον υπανδρεύθη-  που σε μίαν της κίνησιν θα την ακολουθούσε εις τα πέρατα του κόσμου. Είχεν όμορφον πρόσωπο η Μαργαρώ. Αμέ την ήθελεν για γυναίκα κι ο τσαγγάρης του χωριού με τον μεγάλον μύστακα και το γεμάτο πουγκί εκ λυρών Αγγλίας. Μα ήτο εισέτι μεγαλούτσικος και χωλός. Περπατούσε με μιαν μικρήν βακτηρίαν κι εκοίταζε την Μαργαρώ ως λιμασμένος κύων. Κι η Μαργαρώ αποφάσισε να κάμνει την καρδίαν της πέτραν και να νυμφευθεί τον Λια της Γιώργαινας που ήτο πτωχός μα δουλευτής. Εκάμανε συμφωνίαν με τον Λια να μείνουνε εις την οικίαν της Γιώργαινας έως ότου δυνηθούν να κάμουν ένα κομπόδεμα να κτίσουν εις την άκρη του μικρού κτήματος μιαν οικίαν. Μα ο κακόμοιρος Λιας εσχεδίαζεν χωρίς τον ξενοδόχον εις την προκειμένην περίπτωσιν τη συμβία του ήτις έγνωσκε τας ιδιορρυθμίας και το ευέξαπτον και ιδιόρρυθμον του χαρακτήρα της μέλλουσας πενθεράς της και ενώ συνεκατάνευσε εις την επιθυμίαν του Λια να μην αφήσουσι την γραίαν μητέρα του μόνη είχεν αποφασίσει την επιστροφήν της στο σπίτι της μητρός της. Αλησμόνητα θα μείνουν τα νεύματα και οι ματιές νύφης και πενθεράς κατά την ώρα του γλεντιού μετά την γαμήλιον τελετήν. Όλον το χωρίον έγνωσκε το ποιόν πενθεράς και νύφης κι εστοιχημάτιζεν τας ημέρας παραμονής των δυο γυναικών κάτω από την ιδίαν στέγην. Η αφορμή εδόθη συντόμως.
Η Γιώργαινα επαίρετο δια την ικανότητά της εις την αρτοποιίαν. Μα η δεινότης της ήτο στο άναμμα του πλινθόκτιστου φούρνου. H Μαργαρώ επέμενεν εις την ταχυτέραν εισαγωγήν των άρτων ίνα ψηθώσιν ενωρίτερον. Εδόθη ένας καυγάς ομηρικός.
Αι φωναί τους ακούστηκαν πέραν ως πέραν κι από το εγγύς καφενείον προσέδραμεν ο παπάς που απολάμβανεν τον καφέ του εκείνην την ώραν κι ο καφετζής παντοπώλης του χωρίου. Με δυσκολίαν περισσήν κατάφεραν να τις χωρίσουν. Κι έπειτα η Μαργαρώ εφόρτωσεν σε έναν ημίονον τα προικιά της κάτι σενδόνια από πυρκάλι, δυο τρία υφαντά κι έναν τέτζερην και έφυγεν από την οικίαν.
Εντός ολίγου η Γιώργαινα αφίκετο εις τον ναΐσκον. Μεθυστικόν το άρωμα εκ των ανθών του έαρος. Ειδικώς οι μυριάδες αιμάσσουσες παπαρούνες που εστόλιζαν τον αυλόγυρον του ναΐσκου. Η θύρα του Αγιώργη άφησε έναν οξύν τριγμόν στο άνοιγμά της. Η Γιώργαινα σταυροκοπήθηκε και ανάψε την κανδήλαν του αγίου. Τοιαύτην στιγμήν εάν τις την θωρούσε θα αποφαινόταν την απόλυτον ευσέβειάν της. Απορροφημένη καθώς ήτο δεν αντελήφθη την παρουσία κι ετέρου ανθρώπου εις τον ναΐσκον. Εξαπίνης εθεάθη η Μαργαρώ γονυπετής έμπροσθεν του ιερού. Αναδεύθηκαν τα εσωθικά της γραίας μόλις την αντελήφθη. Η φωνή της που δεν πέρασε το κιτρινωπό έρκος των οδόντων της ακούστηκε ως συριγμός: ''Πήγαινε οπίσω μου σατανά'' και φουριόζα αναζήτησε την έξοδον. Ο αήρ όστις εκτύπησεν το πρόσωπόν της την συνέφερε. Η οργή της ωσάν να καταλάγιασε δι’ ολίγον. Σταυροκοπήθηκε και με παράξενον ορμήν δια την ηλικίαν της έδραμε εις την πλησιεστέραν πηγήν δια δροσισμόν των ερυθρών παρειών της.
Η Μαργαρώ ετελείωσεν την παράκλησίν της κι εσηκώθη. Είδε την κανδήλαν του αγίου λάμπουσαν κι αναπτερώθη το ηθικόν της. Εθεώρησεν πως η προσευχή της εισακούσθηκε. Χαρούμενη εβγήκε από τον ναΐσκον και τότε είδεν την πενθερά της που κατήρχετο θέουσα τον λόφον. Έγινε πελιδνή εις την σκέψιν ότι η γραία έμαθεν το μυστικόν της. Μία ακτίς θερμή, ερχομένη μακράν, εφυγάδευσεν όλον το ρίγος της ανησυχίας της φέρουσα ελπίδα και θάλπος. Και τότε η τάλαινα ψυχή της αναπτερώθη κι η συγχώρησις ηκούσθη σαν ένας μικρός κώδωνας να ηχεί γλυκά και ταπεινά, να διασχίζει την πυκνήν βλάστησιν και να δονεί την αύραν στέλλοντας στην δυστυχήν γραίαν το μήνυμά της.

Αγγελική Γιαννοπούλου (Αρσινόη Βήτα)
(η φωτογραφία του Κωνσταντίνου Μάνου)






Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017






Τέσσερα καινούργια βιβλία από τις Μικρές Εκδόσεις, πανέτοιμα να διαβαστούν, να εκτεθούν σε σχολιασμό, να βρουν τον δρόμο τους. Όλα με την ποιότητα των Μικρών Εκδόσεων, που συνδυάζουν την τεχνική με την Τέχνη, την ευαισθησία και το μεράκι. Τα υλικά που δημιουργούν τα καλά βιβλία.


Βαγγέλης Γαροφάλλου, «Τα λουτρά της κόμισσας» 
Αν αντέχετε τις πολύ δυνατές ιστορίες, τις απίθανες ακροβασίες της ιστορίας και τη συναρπαστική αφήγηση.

Μέρη Λιόντη, «Βηματισμοί»
Μικρά πεζά με ποιητικό προθάλαμο, γραμμένα σε μια γλώσσα απίστευτα περιεκτική μέσα στην αυστηρή της λιτότητα.

Δημήτρης Μπούκουρας, «Σκόρπια και άταχτα» 
Ιστορίες γραμμένες με τη γλαφυρή πένα του συγγραφέα των «Διαττόντων». Σκόρπιες, ατίθασες και γοητευτικές μέσα στην αλήθεια τους.

Διώνη Δημητριάδου, «Λέξεις απόκρημνες» 
Ποιήματα στο ελληνικό τους πρωτότυπο αλλά και συντροφευμένα από τη αγγλική τους μετάφραση (από τους: Robert Crist και Δέσποινα Λαλά – Crist).