Ετικέτες

Παρουσιάσεις βιβλίων - φωτογραφίες "Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής" "10 νέες βιβλιοπροτάσεις" "A blessing" ποίημα του James Arlington Wright (σε ελληνική απόδοση) "Happy end" του Δημήτρη Φαρή "Για τον Χριστόφορο Μηλιώνη" "Μια παρουσίαση του ποιητή Γιώργου Θ. Τζια" "Ο Κάφκα μέσα από τα μάτια της Μίλενα" (από το βιβλίο "Η Μίλενα από την Πράγα" της Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόυμαν) "Ο Καραγάτσης που αγάπησα" "Οι λογοτεχνικοί τόποι στα διηγήματα του Βασίλη Χουλιαρά" "Προδημοσίευση" "Λέξεις απόκρημνες" Διώνη Δημητριάδου "Προδημοσίευση" Σωτήρης Κακίσης "Μια νύχτα τη μέρα" ποιήματα εκδόσεις Ερατώ "Τα μάγια" διήγημα της Φωτεινής Βασιλοπούλου σε πρώτη δημοσίευση "Τα παιδιά της γαλαρίας" Μάνος Χατζιδάκις "ατελές ποίημα" της Θεοδώρας Σπηλιωτάκη Βιβλία "Τα κοινά και τα ιδιωτικά" Κριτική από τη Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (16 νέες βιβλιοπροτάσεις) Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (15 προτάσεις για ανάγνωση) Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (15 νέες προτάσεις για ανάγνωση) Διηγήματα Διώνη Δημητριάδου "Κι ούτε σκαρί πετούμενο..." Δοκίμια "Πόρτες ανοικτές ή κλειστές;" (η περίπτωση του Κάφκα) Κριτικές 'αναγνώσεις' Leo Perutz "Ο μαιτρ της δευτέρας παρουσίας" Κριτικές 'αναγνώσεις' Max Ritvo "Αιώνες" Κριτικές 'αναγνώσεις' Αντώνης Ξυραφάς "Η σκιά του στρατιώτη" Κριτικές 'αναγνώσεις' Βίκυ Δερμάνη "Ο πόνος μαύρος σκύλος π’ αλυχτά" Κριτικές 'αναγνώσεις' Γιώργος Αλισάνογλου "Παιχνιδότοπος" Κριτικές 'αναγνώσεις' Γιώργος Χειμωνάς "Αγάπη σαν ακολασία" Κριτικές 'αναγνώσεις' Δημήτριος Δημητριάδης "Χρόνος αυτόχειρας" Κριτικές 'αναγνώσεις' Θωμάς Κοροβίνης "Ο κατάδεσμος" Κριτικές 'αναγνώσεις' Ντούμπραβκα Λάλιτς "Ύβρις" Κριτικές 'αναγνώσεις' Ολβία Παπαηλίου "Κατόπιν σύστασης γιατρού" Κριτικές 'αναγνώσεις' Πέτρος Μάρκαρης "Offshore" Κριτικές 'αναγνώσεις' Σωτήρης Κακίσης "Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα)" Κριτικές 'αναγνώσεις' Τζακ Λόντον "Οι ευνοούμενοι του Μίδα" Κριτικές 'αναγνώσεις' Χάρης Μελιτάς "Άρωμα σκουριάς" Κριτικές 'αναγνώσεις' Χλόη Κουτσουμπέλη "Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης" Κριτικές 'αναγνώσεις' Χριστίνα Καραντώνη "Σε κλοιό σώματος" Μια μνήμη "Μάνος Χατζιδάκις" Τόλης Νικηφόρου "Πάθος" ανέκδοτο ποίημα σε πρώτη δημοσίευση Φιλοξενούμενοι Θανάσης Πάνου "Ολιγόστιχα 1" (από την υπό έκδοση συλλογή "Κελιά")

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Ὁ ἀγαθός δασκαλάκος

(διήγημα) π. Σταύρου Τρικαλιώτη




Πρίν λίγο καιρό μέ ἐπισκέφτηκε στόν χῶρο ἐργασίας μου ὁ κ. Στράτος, ἀρκετά μεγαλύτερος ἀπό ἐμένα, πού ὅταν ἤμουν μαθητής Δημοτικοῦ βοηθοῦσε οἰκειοθελῶς στίς διάφορες τεχνικῆς φύσεως ἀνάγκες τοῦ σχολείου μας. Πιάσαμε συζήτηση καί θυμηθήκαμε τά παλιά...
   -Θυμᾶσαι τί εἶχε τραβήξει ἀπό σένα ὁ δάσκαλος ὁ κ. Πέτρος; μοῦ εἶπε σέ κάποια στιγμή.
   Ξαφνικά μέ γύρισε 40-45 χρόνια πίσω, τότε πού ἡ σχολική μου φοίτηση ἦταν γεμάτη ἀπό ἀταξίες καί σχολικές ζωηράδες.

    Θά ἦταν γύρω στά 197...
Μιά περίεργη σιγή βασίλευε τότε στήν ἑλληνική κοινωνία. Τά διάφορα κοινωνικο-πολιτικά γεγονότα μᾶς ἦταν παντελῶς ἄγνωστα. Τότε λίγα σπίτια εἶχαν τηλεόραση. Μά καί ὅσοι εἶχαν, ἔβλεπαν παθιασμένοι τή Γειτονιά ἤ τόν Ἄγνωστο πόλεμο. Αὐτή ἦταν ἡ ἐπιτρεπόμενη πνευματική τροφή ἀπό τό τότε σύστημα. Ὅσο γιά εἰδήσεις, οἱ ἐλεγχόμενες εἰδήσεις τῆς περιβόητης ΥΕΝΕΔ....
Ἐμᾶς, ὅμως, τά παιδιά, τότε, ἄλλα μᾶς ἀπασχολοῦσαν. Τό παιχνίδι καί μόνο τό παιχνίδι. ῞Ενα παιχνίδι γνήσιο στό ὁποῖο συμμετεῖχε ὅλη ἡ ὁμάδα, ὄχι ἠλεκτρονική ἀποχαύνωση, ὅπως γίνεται μέ τά σημερινά...
   Θά πήγαινα στήν Τετάρτη ἤ Πέμπτη Δημοτικοῦ. Τό σχολικό διάβασμα γινόταν τσάτρα–πάτρα, γιά νά μήν ἔχω στό σπίτι τήν μουρμούρα τῆς μάνας μου.
   Ὁ κ. Πέτρος ἦταν ὁ τύπος τοῦ ἀγαθοῦ δασκαλάκου, γύρω στά πενήντα τότε καί, ἄν θυμᾶμαι καλά, μᾶς ἔκανε τό μάθημα τῆς Γεωγραφίας δύο φορές τήν ἑβδομάδα. Ἡ βασική δασκάλα πού μᾶς ἔκανε τά περισσότερα μαθήματα ἦταν ἡ κ. Δέσποινα, μιά αὐστηρή Ἠπειρώτισσα ἀπό τήν ὁποία κι ἔμαθα τά βασικά γράμματα καί τή φέρνω πολύ ζωντανά στή μνήμη μου μέ εὐγνωμοσύνη, ἄν καί ἔχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια.
Ἡ κ. Δέσποινα ἦταν τῆς παλιᾶς σχολῆς. Δέν ἤξερε σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους. Μερικές φορές μάλιστα, ὅταν τά πράγματα ἔφταναν στό ἀπροχώρητο, ἐφάρμοζε τό «ὅπου δέν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος»! Καί ἡ ράβδος ἔπιπτε συχνά, συχνότατα μάλιστα, γιατί πολλές φορές ἀφηφούσαμε τά λόγια της, ζωγραφίζαμε σκιτσάκια στά θρανία καί στά βιβλία καί μιλάγαμε λές καί εἴχαμε καταπιεῖ γλιστρίδα, ὅπως μᾶς ἔλεγε χαρακτηριστικά.
   Μερικές ξυλιές στό χέρι μέ τή μακριά βίτσα μᾶς ἐπανέφεραν πάντα στήν τάξη καί ὡς διά μαγείας προσηλωνόμασταν πλέον στό μάθημα μέ εὐλάβεια. Ἔτσι μάθαμε τήν πρόσθεση, τήν διαίρεση, τόν πολλαπλασιασμό, τήν καλή καί τονισμένη ἀνάγνωση, τήν τεχνολόγηση τῶν λέξεων κι ἕνα σωρό ἀκόμα πράγματα πού μοῦ ἔχουν μείνει ἀνάγλυφα στή μνήμη μου.
   Ἀλλά, μέ τόν κ. Πέτρο τά πράγματα ἦταν διαφορετικά! Δέν λέω, τόν ἀγαπούσαμε τόν ἀνθρωπάκο καί μάλιστα τόν συμπαθούσαμε πάρα πολύ. Ὅταν, ὅμως, ἐρχόταν ἡ ὥρα τοῦ μαθήματός του, γινόταν πραγματικός σαματᾶς. Ὀφείλω νά πῶ ἐδῶ ὅτι ἦταν πολύ εὐγενικός γιά τά μέτρα μας. Προσπαθοῦσε νά μᾶς ἐπαναφέρει στήν τάξη μέ τήν καλοσύνη καί τήν πειθώ. Μέ σήκωνε –θυμᾶμαι- στόν πίνακα καί μέ ρώταγε μέ παράπονο καί ἀπορία συνάμα: «Γιατί , παιδί μου, δέν προσέχεις; Γιατί ὁμιλεῖς συνέχεια; Γιατί μαλώνεις μέ τόν διπλανό σου;» Κι ἐγώ ἔσκυβα τό κεφάλι, ζητοῦσα συγγνώμη καί γύριζα στό θρανίο φανερά χωρίς νά πῶ τίποτα.
Ὁ καημένος ὁ κ. Πέτρος πειθόταν ὅτι ἀπό ἐδῶ καί στό ἑξῆς θά εἶμαι ἕνα φρόνιμο καί ὑπάκουο παιδί. Ὅμως τήν ἄλλη μέρα ἡ συμπεριφορά μου ἦταν ἡ ἴδια καί χειρότερη. Πραγματικά ξεσάλωνα! Παρέσυρα καί τούς ἄλλους καί τήν ὥρα πού ἐκεῖνος ἔγραφε στὀν πίνακα μέ τά ὡραῖα του γραμματάκια τά βουνά καί τά ποτάμια τῆς Ἑλλάδας, ἐμεῖς στή γαλαρία ἀρχίζαμε νά οὐρλιάζουμε, νά ἀνασηκώνουμε καί νά χτυπᾶμε ρυθμικά τά θρανία, νά σφυρίζουμε...
   Γινόταν πραγματικά ἕνας πανζουρλισμός. Εἴχαμε φέρει τό ἀγαθό ἀνθρωπάκι στά ὅριά του. Κάποτε, ἐνῶ ἦταν ἀπό τή φύση του πρᾶος καί συγκρατημένος, ἄρχισε νά φωνασκεῖ, νά οὐρλιάζει κυριολεκτικά καί νά βγάζει ἀπό τό στόμα του ἀφρούς. Τό βλέμμα του εἶχε ἀγριέψει καί ἀπό τά μάτια του ἔβγαιναν σπίθες. Εἶχε βγάλει τό σακάκι του καί τή γραβάτα του γιά νά πάρει ἀέρα. Σέ λίγα λεπτά εἶχε ἠρεμήσει καί μᾶς κοιτοῦσε θλιμμένα, ὅπως κοιτάζει ἕνα πληγωμένο καί ἀνήμπορο ζῶο.
   Ὅταν τόν εἴδαμε, κατατρομάξαμε. Εἴχαμε παγώσει καί κοίταξε ἀπορημένα ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Στήν τάξη ἐπικρατοῦσε πλέον νεκρική σιγή. Κάποιος συμμαθητής μας πῆγε νά κάνει κάποια ἀστεία κίνηση κι ὅλοι μας κοιτάζοντάς τον περιφρονητικά καί μέ αὐστηρότητα τόν ἐπαναφέραμε στήν τάξη.
     Ξαφνικά, βλέπουμε τόν κ. Πέτρο νά ἀνεβαίνει στήν ἕδρα, νά στέκεται ὄρθιος, νά σκουπίζει μέ κάποιο ἐμφανῆ τρόπο τά στρογγυλά γυαλάκια του μέ τόν μαῦρο σκελετό καί μέ ἕνα αυστηρότατο ὕφος νά μᾶς ἀπευθύνει τόν λόγο.
   -«Προσέξτε αὐτά πού θά σᾶς πῶ. Ὅ,τι ἔγινε, ἔγινε! Ἀπό ἐδῶ ὅμως καί στό ἑξῆς δέν θά ἀνεχθῶ τήν παραμικρή ἀταξία, τόν παραμικρό θόρυβο. Ὅποιον πιάσω νά ἀτακτεῖ, θά τόν σύρω ἀπό τό αὐτί καί θά τόν πάω ἀμέσως στόν διευθυντή γιά ἀποβολή. Ὥς ἐδῶ καί μή παρέκει. Αὐτή εἶναι ἡ τελευταία μου προειδοποίηση».
   Ὅλοι μας εἴχαμε βουβαθεῖ. Δέν περιμέναμε ποτέ αὐτό τό καλοσυνάτο ἀνθρωπάκι νά ἀντιδράσει τόσο ἔντονα. Τά λόγια του ἦταν σάν ἀναμμένα κάρβουνα στήν ψυχή μας. Ἄρχισαν νά μᾶς βασανίζουν οἱ τύψεις τῆς συνείδησης γιά ὅ,τι εἶχε γίνει. Δέν τολμούσαμε νά τόν κοιτάξουμε στό πρόσωπο.
Σέ λίγο χτύπησε τό κουδούνι γιά διάλειμμα. Καθώς βγαίναμε ὁ ἕνας πίσω ἀπό τόν ἄλλο γιά τό προαύλιο, ὁ κ. Πέτρος κοντοστάθηκε δίπλα μου καί μοῦ ζήτησε νά τόν περιμένω γιά λίγο. Ὅταν βγῆκε καί ὁ τελευταῖος ἀπό τήν τάξη μοῦ εἶπε:
   -«Θέλω νά ξέρεις, Νῖκο, ὅτι θά μποροῦσα κι ἐγώ νά εἶμαι τόσο καιρό αὐστηρός, ὅπως καί οἱ ἄλλοι δάσκαλοι. Θέλησα ὅμως νά ἐφαρμόσω μιά ἄλλη παιδαγωγική τακτική, πού θά σέβεται τόν μαθητή καί δέν θά προσπαθεῖ νά τόν καθηλώσει μέ τήν τρομοκρατία καί τή βία. Κι ἐγώ ὡς μαθητής δέχθηκα τήν ἀπάνθρωπη σκληρότητα ἀπό τούς δασκάλους μου καί ὑποσχέθηκα στόν ἑαυτό μου νά μήν τούς μοιάσω. Ἴσως νά μήν ἤμουν ὁ κατάλληλος γι᾽ αὐτό τό ρηξικέλευθο πείραμα. Ἴσως νά μέ ἐμπόδισε καί ἡ φυσική μου δειλία. Σέ θέλω ὅμως ἀπό ἐδῶ καί στό ἑξῆς νά εἶσαι σύμμαχός μου, γιατί διαβλέπω ὅτι κατά βάθος εἶσαι ἕνα εὐαίσθητο καί συνεσταλμένο παιδί. Τί λές;».
- Μάλιστα, κύριε. Θά προσπαθήσω νά γίνω ὁ καλύτερος σύμμαχός σας» τοῦ εἶπα, καί χωρίς νά τό θέλω βούρκωσαν τά μάτια μου...

   Ἔσκυψα αὐθόρμητα, τοῦ φίλησα τό χέρι κι ἔφυγα τρέχοντας.

   Μπορεῖ νά μήν θυμᾶμαι ὅλα τά ποτάμια, τίς λίμνες καί τά βουνά τῆς Ἑλλάδας πού μᾶς δίδασκε τότε ὁ κ. Πέτρος, ἀλλά θυμᾶμαι δύο πολύτιμα πράγματα πού μέ δίδαξε ἡ συμπεριφορά του: τήν ὑπομονή στίς δυσκολίες τῆς ζωῆς καί τήν ἀνοχή τῶν δύσκολων ἀνθρώπινων χαρακτήρων πού ὅλοι μας θά συναντήσουμε κάποτε. Καί αὐτά τά δύο μέ βοήθησαν πάρα πολύ στήν μετέπειτα ζωή μου.

Καλή σου ὥρα, κ. Πέτρο, ὅπου κι ἄν βρίσκεσαι...


π. Σταύρος Τρικαλιώτης

(η φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη)
Νέα κυκλοφορία

Η Πλατεία των Ταύρων
του Βαγγέλη Αλεξόπουλου

από τις εκδόσεις Οδός Πανός




Το τσίρκο, όπως η ποίηση, ο πόλεμος και η ταυρομαχία
είναι από τα λίγα σκληρά παιχνίδια που επιζούν.

Jean Genet

Όταν ένας ποιητής βάζει στην προμετωπίδα του ποιητικού του βιβλίου αυτά τα λόγια (απολύτως συνάδοντα και με τον τίτλο της συλλογής αλλά και με την εικόνα της ταυρομαχίας στο εξώφυλλο) τότε μας υπενθυμίζει ξεκάθαρα τη σοβαρότητα της κατάθεσής του αλλά και την ουσία της Ποίησης. Ένα σκληρό παιχνίδι. Ναι, εδώ δεν παίζουμε. Ίσως το μόνο παιχνίδι που επιτρέπεται, να είναι αυτό των λέξεων, για να δηλωθεί όμως έτσι πάλι το τραχύ σώμα του λόγου, αντίστοιχο της επώδυνης δημιουργίας του.

Η αληθινή ιστορία σχετικά με το κοριτσάκι με τα σπίρτα

Στίχος λέει είναι:
«αράδα έντυπου κειμένου».
Εγώ σου λέω:
είναι παλμός εντατικής
βρογχόσπασμος ασθματικής σειρήνας.

Κυρίως είναι:
στουπί εμποτισμένο με βενζίνη
δίπλα
στο κοριτσάκι με τα σπίρτα.


Αυτό το παραπάνω θα μπορούσε να θεωρηθεί και ένας ορισμός της Ποίησης. Προκλητικός, αληθινός, ικανός να κινητοποιήσει τη σκέψη και να την κατευθύνει στην ουσία των ποιητικών πραγμάτων. Είναι το τοπίο στο οποίο δοκιμάζεται ανηλεώς η εσωτερικότητα του λόγου, ενός λόγου που προκύπτει από την αυθεντική κραυγάζουσα σιωπή. Εννοώντας εδώ τη γνήσια ανάγκη που κινητοποιεί τον λόγο, και οδηγεί στη δημιουργία. Ο ποιητής μιλά μόνον όταν έχει κάτι να πει, αλλιώς σιωπά. Απλό όσο και παρεξηγημένο αυτό από πολλούς. Μα ο ποιητής εδώ μας το είπε ήδη από την είσοδο στο βιβλίο του.

Εδώ η πρόσκληση για την  παρουσίαση της ποιητικής συλλογής :






Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Παρουσίαση βιβλίου

"Η πλατεία των Ταύρων"
του Βαγγέλη Αλεξόπουλου

εκδόσεις Οδός Πανός




Το τσίρκο, όπως η ποίηση, ο πόλεμος και η ταυρομαχία
είναι από τα λίγα σκληρά παιχνίδια που επιζούν.
Jean Genet

Όταν ένας ποιητής βάζει στην προμετωπίδα του ποιητικού του βιβλίου αυτά τα λόγια (απολύτως συνάδοντα και με τον τίτλο της συλλογής αλλά και με την εικόνα της ταυρομαχίας στο εξώφυλλο) τότε μας υπενθυμίζει ξεκάθαρα τη σοβαρότητα της κατάθεσής του αλλά και την ουσία της Ποίησης. Ένα σκληρό παιχνίδι. Ναι, εδώ δεν παίζουμε. Ίσως το μόνο παιχνίδι που επιτρέπεται, να είναι αυτό των λέξεων, για να δηλωθεί όμως έτσι πάλι το τραχύ σώμα του λόγου, αντίστοιχο της επώδυνης δημιουργίας του.
Η αληθινή ιστορία σχετικά με το κοριτσάκι με τα σπίρτα

Στίχος λέει είναι:
«αράδα έντυπου κειμένου».
Εγώ σου λέω:
είναι παλμός εντατικής
βρογχόσπασμος ασθματικής σειρήνας.

Κυρίως είναι:
στουπί εμποτισμένο με βενζίνη
δίπλα
στο κοριτσάκι με τα σπίρτα.


Αυτό το παραπάνω θα μπορούσε να θεωρηθεί και ένας ορισμός της Ποίησης. Προκλητικός, αληθινός, ικανός να κινητοποιήσει τη σκέψη και να την κατευθύνει στην ουσία των ποιητικών πραγμάτων. Είναι το τοπίο στο οποίο δοκιμάζεται ανηλεώς η εσωτερικότητα του λόγου, ενός λόγου που προκύπτει από την αυθεντική κραυγάζουσα σιωπή. Εννοώντας εδώ τη γνήσια ανάγκη που κινητοποιεί τον λόγο, και οδηγεί στη δημιουργία. Ο ποιητής μιλά μόνον όταν έχει κάτι να πει, αλλιώς σιωπά. Απλό όσο και παρεξηγημένο αυτό από πολλούς. Μα ο ποιητής εδώ μας το είπε ήδη από την είσοδο στο βιβλίο του.




Σε κλοιό σώματος

της Χριστίνας Καραντώνη

από τις εκδόσεις του Φοίνικα









[…]
Με το βλέμμα στο αίμα
τα είδωλα όλα πορφυρά
Και καθεαυτόν ο πυρήνας των πραγμάτων
κηλίδα στο τραύμα σεσημασμένη
ωχρά

Οι παραπάνω στίχοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ίσως την ιδανική είσοδο στον ποιητικό κόσμο της Χριστίνας Καραντώνη. Με τις ελάχιστες λέξεις να σκιαγραφούν τα όρια (αν θεωρήσουμε ότι υπάρχουν ορατά και σαφή  όρια για την  ποίηση) ενός κόσμου που αρθρώνει μιλιά, όταν νιώθει ότι ασφυκτιούν μέσα του οι τραυματικές εικόνες, όταν τα αιμάσσοντα ίχνη τους είναι πλέον σεσημασμένα. Μοιάζει το ποίημα να έχει χρώμα κόκκινο, σαν εικαστικό συμπλήρωμα του λόγου. Περισσότερο ακόμα, το ποίημα έχει ήχο, έτσι όπως το βάρος της κάθε λέξης αγγίζει ανοιχτά τραύματα και ο πόνος ξεχειλίζει.
Σε κλοιό σώματος έχει ονομάσει τη νέα ποιητική της πρόταση η ποιήτρια, που έρχεται μετά από τρεις συλλογές να καταθέσει μια ακόμα ωριμότερη σκέψη, με το αναπόφευκτο βάρος που αποκτούν οι λέξεις, όταν ο χρόνος εναποθέτει το δικό του μέτρημα πάνω στο σώμα ή πάνω στις μάταιες ελπίδες διάρκειας του πάθους.

[…]
εν επιγνώσει
ότι άλλη δεν υφίσταται φόρα

μήτε φορά



Διαβάζοντας τα ποιήματα, όπως μοιρασμένα τα έχει τοποθετήσει η ποιήτρια σε δύο ενότητες και τέσσερις υποενότητες, σε καθοδηγούν οι υπέρτιτλοι: Ασεβής πόθος, Στο σώμα του κειμένου. Είναι γνωστή και διακριτή από τις προηγούμενες συλλογές της η εξαιρετική της ικανότητα να γράφει παίζοντας με τις λέξεις και να εμπαίζει τις αρχικές σημασίες οδηγώντας το περιεχόμενό τους στον δικό της νοηματικό κόσμο. Μια άλλη εκδοχή θα ήταν να δημιουργήσει δικές της λέξεις, έχοντας όμως σαφή επίγνωση των δυνατοτήτων επικοινωνίας που παρέχουν οι υπάρχουσες, αφήνεται σ’ αυτή τη μεταποίηση, την τόσο δημιουργική και ενδιαφέρουσα. Έτσι η λέξη σώμα παραπέμπει σε ένα πρώτο επίπεδο στην απολύτως γήινη και σωματική (θαρρείς χωμάτινη) υπόσταση, που διακατέχεται από πυρ εσώτερον και απαιτητικό. Σε μια δεύτερη, ωστόσο, εκδοχή είναι το σώμα το ποιητικό, που έρχεται -ιαματικό ίσως- για να καλύψει το κενό που άφησαν οι απουσίες προσώπων και ματαιωμένων ελπίδων. Άλλωστε -γνωστό αυτό- έτσι λειτουργεί η ποίηση, ακόμα κι αν τα ιδιότυπα φάρμακά της μόνο για λίγο προσφέρουν τη δράση τους.
Η μετατροπή των λέξεων, ώστε αυτές να ενδυθούν το νόημα που υπαινικτικά και μεταφορικά τους δίνει η ποιήτρια, χαρακτηρίζει το ύφος της Χριστίνας Καραντώνη. Το ύφος αυτό καθίσταται σαφέστερο συνεπικουρούμενο από τις εικόνες που κατακλύζουν το σώμα των ποιημάτων. Αν και ολιγόστιχα τα ποιήματα, προσφέρουν θέα στον κόσμο της ποιήτριας. Ένα άθροισμα αποθηκευμένων εικόνων, που -βοηθούσης της παντοδύναμης (και σωτήριας επίσης) μνήμης- συνθέτουν το σήμερα του ποιητικού υποκειμένου, μέσα από παρουσίες – απουσίες προσώπων και επιθυμιών ακόμη ζωντανών.


[…]
Η μνήμη μόνον
διεγερθείσα υψώνει
προστασίας τοιχίο
από αρματωμένο σκυρόδεμα
πάνοπλο
την πτώση φοβούμενη βίαιη

στου παρόντος
το πλακοστρωμένο κενό

Αυτές οι διαγραφόμενες εικόνες μέσα στα ποιήματα αντιστοιχούν στις εικαστικές παρεμβάσεις που η ποιήτρια (και εξαιρετική ζωγράφος) παραθέτει όχι μόνο στο εξώφυλλο αλλά και στις τέσσερις προμετωπίδες των ενοτήτων του βιβλίου. Εικόνες που αποδίδουν το σώμα, άλλοτε σαν εκστατικά και πολύχρωμα αφημένο σε ύπτια στάση, άλλοτε σε ασπρόμαυρες εκδοχές κινήσεων, σαν να επιθυμεί να κάνει αισθητή την παρουσία του παρεμβαίνοντας ανάμεσα στους στίχους και υπογραμμίζοντας ευφυώς το νόημά τους.

Ενδιαφέρον έχει η απουσία του πρώτου προσώπου στα περισσότερα ποιήματα, τη θέση του οποίου έχει πάρει το φαινομενικά απρόσωπο τρίτο πρόσωπο. Δίνει την εντύπωση του υποκειμένου που παρατηρεί και υπογραμμίζει, που υποδεικνύει και υπενθυμίζει. Συμβουλές και υποδείξεις του υποκειμένου προς εαυτόν; Τοποθέτησή του στη χορεία ομοειδών πασχόντων ή συναρίθμησή του με αυτούς που ομοφρονούν και συνειδητοποιούν ομοίως τις βασικές και αναλλοίωτες αρχές που διέπουν την αναξιοπαθούσα ανθρώπινη υπόσταση; Με μία άλλη εκδοχή, ίσως υπονοείται έτσι καλύτερα η ποιητική θέση απέναντι στα πράγματα: ο ποιητής σε προνομιούχο θέση αντιλαμβάνεται τον κόσμο (με την εξωτερική, ίσως αποκαρδιωτική, εικόνα αλλά και την εσωτερική πάλλουσα από ζωή) και τον προσφέρει με τον λόγο του. Όπως κι αν το δει κανείς, με όποιο προσωπείο πρόσφορο κατά περίπτωση παρουσιάζεται, η ποίηση αυτή γνωρίζει την εσωτερική γλώσσα της επικοινωνίας, που αγγίζει τον αναγνώστη – κοινωνό της σε ευθεία οδό, παρά τη μεταφορικότητά της (θεμιτή αλλά και απαραίτητη συχνά στον ποιητικό λόγο). Η αμεσότητα αυτή επιτυγχάνεται οπωσδήποτε με την ειλικρίνεια και την αυθεντικότητα των βιωμάτων που προβάλλονται μέσα στους στίχους, με τη σκληρότητα και την πικρία που συχνά απηχούν, αλλά και με την  αίσθηση της πληρότητας μιας ζωής που γέμισε από εμπειρίες και παραστάσεις, που εξάντλησε το νόημα των σχέσεων, που πήρε και έδωσε, που αποθήκευσε μνήμες και που τώρα στέκεται απέναντί τους και μιλά γι’ αυτές. Ο αποδέκτης μιας τέτοιας ποίησης αναγνωρίζει τη γνησιότητα της φωνής και ακολουθεί.

Η Χριστίνα Καραντώνη ανήκει σ’ εκείνη τη συνομοταξία ποιητών που αγαπά την ποίηση στην πρωταρχική της αξία. Εννοώ με αυτό ότι σέβεται τον λόγο και μιλά, όταν έχει κάτι να πει με ειλικρίνεια. Ο ποιητικός λόγος δεν επιτρέπει το άσκοπο παιχνίδι με τις λέξεις, μια αδιέξοδη (και ματαιόδοξη οπωσδήποτε) ενασχόληση με τα εσωτερικά τοπία του. Η ειλικρίνεια, κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν μπορεί παρά να είναι η σοβαρή αντιμετώπιση της ποίησης, στον βαθμό που ο ποιητής μιλά μόνον, όταν έχει αληθινά κάτι να πει. Και αυτό το επιχειρεί με τον απλούστερο τρόπο, ακριβώς τη στιγμή που μια εσωτερική επιταγή προτάσσει την αναπόφευκτη αναμέτρηση με τον στίχο. Τότε η ποίηση είναι γνήσια πρόταση και η γλώσσα του ποιητή χαρακτηρίζεται τίμια. Τότε γίνεται και αυθεντικά αποδεκτή ως πρόταση από τον αναγνώστη.

Ουκ έστι τέλος, ψυχή
Σκάσε και δούλευε
σκάψε
Ξανά και ξανά
Και όρθωνε λόγο μόνο στη βράση
σαν βρεις το κάτι
βρήκε και κάνει
και έχει
και πρέπει
προτού φουσκώσει, χυθεί, ξεραθεί
στεγνώσει

μελάνι
να στάξει να βρέξει γραφή


Ακριβώς έτσι γράφεται η Ποίηση.

Αναγκαία, νομίζω, και μια μνεία στις Εκδόσεις του Φοίνικα. Με προσοχή στη λεπτομέρεια, με αξιοπρόσεκτη αισθητική στην αντιμετώπιση του βιβλίου, αποδεικνύουν ότι μικροί εκδοτικοί οίκοι έχουν να προτείνουν σημαντικά πράγματα στην πάσχουσα από προχειρότητες αγορά του βιβλίου. Γνώση της τεχνικής, αλλά και μεράκι και κυρίως αγάπη για το αντικείμενο.

Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό frear.gr http://frear.gr/?p=16676)






ατελές ποίημα

της Θεοδώρας Σπηλιωτάκη



Έγραψε για τη ζωή της.
Συμπεριέλαβε τις εμπειρίες αλλά και τις απειρίες της.
Προέκτεινε με τη φαντασία το χρόνο της ζωής της στο άπειρο.
 Έτσι βίωσε το αβίωτο αλλά εν δυνάμει βιωμένο.

Όταν τέλειωσε, το ποίημά της κατέρρευσε όντας αθεμελίωτο στις βασικές αρχές της τέχνης της ζωής.
Πώς θα κατέληγε στο μοναδικό, βέβαιο τέλος της ζωής της, το θάνατό της;      
Έγραψε ένα έργο με αρχή και μέση, δίχως τέλος.
Δεν έγραψε για το θάνατό της, μόνο για την ευτελή, καθώς άσκοπη, ζωή της.



Θεοδώρα Σπηλιωτάκη
Γεννήθηκα και ζω στην Αθήνα. Έχω την ανάγκη να ζω με χίμαιρες πατώντας όμως παράλληλα  στέρεα στη πρακτική και σκληρή πραγματικότητα. Έτσι, ακροβατώ μεταξύ χημικής μηχανικής και λογοτεχνίας (τέχνης εν γένει).
(πίνακας: Dmitry Lisichenko)



Οι Ευνοούμενοι του Μίδα
διήγημα του Τζακ Λόντον
σε μετάφραση του Δημήτρη Δημόπουλου

από τις εκδόσεις Vakxikon





Είμαστε το αναπόφευκτο. Είμαστε το αποκύημα της βιομηχανικής και κοινωνικής αδικίας. Στρεφόμαστε ενάντια στην κοινωνία που μας δημιούργησε. Είμαστε τα επιτυχημένα σφάλματα της εποχής, οι πληγές ενός εξευτελισμένου πολιτισμού.

Ήταν στα 1901, όταν ο Τζακ Λόντον (συγγραφέας των αγαπημένων έργων O Ασπροδόντης και Το Κάλεσμα της Άγριας Φύσης) εξέδωσε το σύντομο διήγημα The Minions of Midas, το οποίο έχει αποδοθεί στα ελληνικά  Οι Ευνοούμενοι του Μίδα. Στην αυγή του 20ου αιώνα, μέσα στο αναδυόμενο και πολλά υποσχόμενο αμερικανικό θαύμα – όνειρο. Μόνο που εν μέσω καπιταλιστικής κυριαρχίας ο -σοσιαλιστικών πλέον αντιλήψεων- Τζακ Λόντον είχε να πει κάτι πρωτότυπο και να καταγγείλει κάτι ιδιαίτερα επίφοβο να συμβεί. Έστω περιβαλλόμενο με ένα μανδύα ακραίας μυθοπλασίας. Τουλάχιστον έτσι φάνηκε τότε, για να αποδειχθεί ωστόσο αργότερα ότι δεν απείχε και τόσο πολύ η φαντασία του συγγραφέα από μια ζοφερή πραγματικότητα, ολοένα και πιο απειλητική.
Βρισκόμαστε στο Σικάγο, στα 1899. Ένας πολύ πλούσιος επιχειρηματίας, ο Ίμπεν Χέιλ,  λαμβάνει μία επιστολή από μία οργάνωση που αυτοαποκαλείται Οι Ευνοούμενοι του Μίδα. Τα μέλη της απαιτούν από αυτόν 20 εκατομμύρια δολάρια, έως μια συγκεκριμένη ημερομηνία, διαφορετικά απειλούν ότι θα ξεκινήσουν να σκοτώνουν τυχαία επιλεγμένα θύματα. Ο επιχειρηματίας, πολύ σίγουρος για την ισχύ που η οικονομική του επιφάνεια του προσδίδει,  θα αγνοήσει την απειλή, ανοίγοντας έτσι έναν κύκλο αίματος, τον οποίο δεν θα κατορθώσει τελικά να αντιμετωπίσει, οδηγούμενος τελικά στην αυτοκτονία. Με τη διαθήκη του κληροδοτεί στον γραμματέα του Γουέιντ Άτσελερ (σχεδόν θετό του γιο) το σύνολο της περιουσίας του, καθιστώντας όμως έτσι αυτόν πλέον υπεύθυνο για τις δολοφονίες που θα συνεχιστούν. Όταν, κάτω από  το βάρος των τύψεων, θα θέσει και αυτός τέλος στη ζωή του, αφού πρώτα μεταβιβάσει όλη την κληρονομηθείσα περιουσία -μαζί με την συνακόλουθη  ευθύνη-  στους φυσικούς αποδέκτες (τους γιους του Χέιλ), ο αφηγητής της ιστορίας θα λάβει μια επιστολή, στην οποία ο Άτσελερ του εκθέτει όλα τα δεδομένα από την αρχή που η οργάνωση αυτή έκανε την εμφάνισή της, παραθέτοντας και αποκόμματα από εφημερίδες αλλά και αντίγραφα των  επιστολών που απηύθυναν οι δράστες των δολοφονιών στον Χέιλ. Ο λόγος που το κάνει αυτό αναφέρεται με σαφήνεια:

Αποτελεί πλέον ζήτημα της κοινωνίας που δέχεται τις άμεσες συνέπειες, και θα πράξω το καθήκον μου προτού αφήσω τον κόσμο τούτο, ενημερώνοντάς την για τον κίνδυνο. Τζον, ως τελευταία μου επιθυμία, σου ζητώ να δημοσιοποιήσεις τα πάντα. Μη φοβηθείς. Η μοίρα της ανθρωπότητας βρίσκεται στα χέρια σου. Ας τυπώσουν οι εφημερίδες εκατομμύρια αντίτυπα· ας μεταδοθεί παντού· όπου συναντιέται κόσμος και συζητά, ας το συζητά με φόβο και τρόμο. Και τότε ας αφυπνιστεί εντελώς, η κοινωνία ας ξεσηκωθεί και ας απεμπολήσει αυτό το βδέλυγμα.

Ο συγγραφέας, με την άδεια που του δίνει ο λογοτεχνικός μανδύας, καθίσταται πλέον ο αγγελιαφόρος του μηνύματος, που προειδοποιεί για την κατάληξη που θα έχει δυνητικά η επισωρευμένη αδικία, συνώνυμη με τη φιλοσοφία του παντοδύναμου καπιταλιστικού συστήματος. Ποικίλες φυσικά προεκτάσεις θα μπορούσε ο σημερινός αποδέκτης αυτού του μακρινού μηνύματος να δει, καθώς και πολλές επιβεβαιώσεις αυτής της επινοημένης μυθοπλαστικά ιστορίας του Τζακ Λόντον να ανακαλύψει σε μια εποχή που η τρομοκρατία συχνά αποδεικνύει την ύπαρξη μιας παράλληλης λογικής με αυτή την επικρατούσα που κυβερνά τον σύνθετο κόσμο μας. Μοιάζει το κυρίαρχο σύστημα να έχει δημιουργήσει αναπόφευκτα τον αντίλογό του, που με τη σειρά του διεκδικεί μια θέση στο σκηνικό, με τη βούληση φυσικά της ανατροπής της κεντρικής εικόνας και της αλλαγής των ρόλων. Η αναδιανομή του πλούτου, που με κάπως παράδοξο τρόπο (στενά ωφελιμιστικό) ζητά εδώ η οργάνωση Οι ευνοούμενοι του Μίδα, αποτελεί πάγιο αίτημα των ξεσηκωμένων όπου γης. Το ευρηματικό σκίτσο του  Arthur Henry Young στο εξώφυλλο λέει πολλά. Ο σκοτεινός και ανελέητος κόσμος, του οποίου  την εικόνα αριστοτεχνικά μας μεταφέρει το συγκεκριμένο διήγημα, ίσως να μην απέχει και πολύ από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε ανυποψίαστοι και εφησυχάζοντες, μέχρι που κάποιο νέο χτύπημα μας αφυπνίζει και μας ανησυχεί. Πόσο δραστικά μπορεί η λογοτεχνία να  ανατέμνει την πραγματικότητα; Η υπερβολή που χρησιμοποιεί, προκειμένου να καθιστά κάθε φορά σαφή τα νοήματά της, έχει τη δυναμική να μας οδηγήσει σε μια θέαση του πραγματικού σκηνικού; Διαχρονικό το ερώτημα, ανακύπτει κάθε φορά που διαβάζοντας μια επινόηση λογοτεχνική αντιλαμβανόμαστε πως ο συγγραφέας επιχειρεί κάτι περισσότερο από την προσφορά της τέρψης γύρω από τις ιστορίες που αφηγείται. Καθίσταται, έτσι, η μυθοπλασία ευρηματική αποκάλυψη της αλήθειας. Και εδώ ο Τζακ Λόντον έχει βρει φλέβα χρυσού, με αυτό το εξαιρετικά σύντομο διήγημα, το οποίο με την αφηγηματική τεχνική της επιστολογραφίας κατορθώνει να δώσει μια ακόμα ενδιαφέρουσα διάσταση στην ιστορία του. Η αφήγηση αποκαλύπτει τι συμβαίνει, όταν όλα έχουν συντελεσθεί. Κανείς πλέον δεν μπορεί να παρέμβει και να ανατρέψει μια πτυχή του δράματος. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σκεφθεί τις διαστάσεις του προβλήματος, που φθάνει μέχρι τις μέρες μας χωρίς να διαφαίνεται πουθενά προτεινόμενη λύση. Ίσως η σημαντικότερη σκέψη που διαπερνά όλο το κείμενο να συμπυκνώνει το νόημά της στις παρακάτω λέξεις, με τις οποίες κλείνει η οργάνωση την τελευταία επιστολή της:

Στο παρόν κοινωνικό περιβάλλον ποιος από εμάς θα επιβιώσει; Εμείς θεωρούμε πως εμείς είμαστε οι ικανότεροι. Εσείς θεωρείτε πως εσείς είστε οι ικανότεροι. Το αποτέλεσμα ας το κρίνει ο χρόνος και ο νόμος.

Η φράση που ο Τζακ Λόντον χρησιμοποίησε είναι: survival of the fittest, υπονοώντας φυσικά την ικανότητα του καθενός να προσαρμόζεται στις συνθήκες και άρα να ετοιμάζεται καταλλήλως για να τις αντιμετωπίσει προς όφελός του. Μια αναμέτρηση, της οποίας την κατάληξη δεν είναι εύκολο κανείς να προδικάσει. Μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο, κάτω από συνθήκες υπό διαρκή διαμόρφωση, ίσως οι μόνες σταθερές να εντοπίζονται στον εξοπλισμό της μιας ή της άλλης πλευράς, προκειμένου να βρεθεί ετοιμοπόλεμη την κατάλληλη στιγμή. Έτσι, όμως, δεν θεραπεύονται τα κακώς κείμενα, μόνον αντιμετωπίζονται περιστασιακά και αναποτελεσματικά.

Υ.Γ.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε με αφορμή τα 100 χρόνια από τον θάνατο του ευφυούς συγγραφέα (ο Τζακ Λόντον πέθανε το 1916). Ο μεταφραστής του βιβλίου Δημήτρης Δημόπουλος, παράλληλα μετέφερε στη θεατρική σκηνή το διήγημα αυτό σε διασκευή και σκηνοθεσία δική του, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.


Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Book tour Μια κριτική προσέγγιση στο διήγημα "Οι Ευνοούμενοι του Μίδα" του Τζακ Λόντον σε μετάφραση του Δημήτρη Δημόπουλου από τις εκδόσεις Vakxikon

Διαβάστε περισσότερα: http://www.booktourmagazine.com/news/mia-kritiki-proseggisi-sto-diigima-oi-eynooymenoi-toy-mida-toy-tzak-lonton-se-metafrasi-toy-dimitri-dimopoyloy-apo-tis-ekdoseis-vakxikon/)

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017



Παρουσίαση βιβλίου 



"Σελίδες από το πουθενά"
(Δοκίμια και αφηγήσεις)
του Περικλή Μποζινάκη
εκδόσεις Ars Nocturna

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 7:30 μ.μ. 
στο Wine bar Monk "Grapes and spirits" 
Καρόρη 4 (σταθμός Μετρό Μοναστηράκι)



Ένας ολόκληρος κόσμος από πρόσωπα και καταστάσεις σε μια ακολουθία σχέσεων, και στο κέντρο η απόλυτη μοναξιά του υποκειμένου, με την κυριολεξία του όρου, το ον που υπόκειται, έχοντας ταυτόχρονα ( όπως θα μας μεταφέρει ο συγγραφέας την παρατήρηση του Burroughs, του πατριάρχη των beatniks) τη συνείδηση του εαυτού του και συνακόλουθα την επίγνωση της τραγικότητάς του.