Ετικέτες

"Η ποιήτρια Μαρία Γ. Τζανάκου" "Η ώρα του Πανός" "Μια παρουσίαση του ποιητή Γιώργου Θ. Τζια" "Ο Κάφκα μέσα από τα μάτια της Μίλενα" (από το βιβλίο "Η Μίλενα από την Πράγα" της Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόυμαν) "Ο Καραγάτσης που αγάπησα" "Ο Μανούσος Φάσσης και ο Μανόλης Αναγνωστάκης" "Ο χρόνος είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση" "Τα μάγια" διήγημα της Φωτεινής Βασιλοπούλου σε πρώτη δημοσίευση Αφιερώματα "Μάτση Χατζηλαζάρου (μια γυναικεία υπερρεαλιστική ποιητική φωνή) Βιβλία "Τα κοινά και τα ιδιωτικά" Κριτική από τη Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη Βιβλία: Νέα κυκλοφορία "Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες" του Αργύρη Χιόνη εκδόσεις Κίχλη Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (16 νέες βιβλιοπροτάσεις) Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (15 προτάσεις για ανάγνωση) Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (15 νέες προτάσεις για ανάγνωση) Διηγήματα Διώνη Δημητριάδου "Κι ούτε σκαρί πετούμενο..." Διηγήματα Διώνη Δημητριάδου "Το ταξίδι" Δοκίμια "Πόρτες ανοικτές ή κλειστές;" (η περίπτωση του Κάφκα) Κριτικές 'αναγνώσεις' Γιάννης Ξανθούλης "Την Κυριακή έχουμε γάμο" Κριτικές 'αναγνώσεις' Γιώργος Γκόζης "Γκουανό" Κριτικές 'αναγνώσεις' Δημήτριος Δημητριάδης "Χρόνος αυτόχειρας" Κριτικές 'αναγνώσεις' Μάρω Δούκα "Τίποτα δεν χαρίζεται" Κριτικές 'αναγνώσεις' Μαρία Στρίγκου "Τυρκουάζ" Κριτικές 'αναγνώσεις' Στάθης Ιντζές "Οι τελευταίοι φανατικοί της στρωματσάδας" Μεταφορικά μιλώντας "το τέρας που σου μοιάζει" Μια μικρή μνεία "Fernando Pessoa" Μια μνήμη "Μάνος Χατζιδάκις" Μικρά λογοτεχνικά "Στρόβιλος" (ένα ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη και ένα ελάχιστο σχόλιο) Μνήμη Ανδρέα Εμπειρίκου Μνήμη ενός φίλου (για τον Σωτήρη Λασκαράτο) Τόλης Νικηφόρου "Πάθος" ανέκδοτο ποίημα σε πρώτη δημοσίευση Φιλοξενούμενοι Θανάσης Πάνου "Ολιγόστιχα 1" (από την υπό έκδοση συλλογή "Κελιά")

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Με αφορμή το ποίημα
 "Ορέστης" 
του Χρίστου Ρουμελιωτάκη


 
















Το καλοκαίρι τέλειωσε
και το φθινόπωρο δεν ήλθε ακόμη
κι οι μέρες είναι σαν ιστός αράχνης,
κλείνουν - κλείνουν,
κι όπως η νύχτα πλησιάζει και το βλέπω
ο νους μου πάλι επιστρέφει στα παλιά,
στα επειδή, στα δια ταύτα,
στις μείζονες και τις ελάσσονες προτάσεις
μα πιο πολύ στους φίλους μου γυρίζει,
που ήταν άνοιξη,
που ήταν καλοκαίρι,
που μοσχοβόλαγε θυμάρι η Αττική
κι εμείς καλπάζαμε στον ελαιώνα για τη θάλασσα,
για το ενθάδε και για το επέκεινα.
Το καλοκαίρι τέλειωσε
και το φθινόπωρο δεν ήλθε ακόμη
κι όλη η ζωή από ένα στίχο κρέμεται.
Ηλέκτρα, ένα αγόρι να ΄χα,
να μεγαλώσει, να μεστώσει,
να λάβει εκδίκηση για τούτο το απόγευμα.


Χρίστος Ρουμελιωτάκης
















Πώς το ’λεγε ο άλλος ποιητής «σε βρίσκει η ποίηση». Έτσι και τώρα με τούτο δω το ελάχιστο σε έκταση, το μέγα ποίημα, νιώθεις να πιάνεται πάλι το νήμα, ακούς να ανασαίνει ξανά ο χρόνος που θεωρούσες χαμένο. Όχι, δεν χάθηκαν όλα. Είναι εδώ η οσμή του απομεσήμερου, εδώ ο ήχος της θάλασσας (κι ας ξεμακραίνει), ακόμα εδώ ο καλπασμός ενός ανύπαρκτου αλόγου που μόνο η νεανική φαντασία καβαλικεύει. Όλα εδώ να επιμένουν πως πράγματι όλη η ζωή από ένα στίχο κρέμεται, γιατί αλλιώς αληθινά χανόμαστε. Κι εκείνος ο Ορέστης ας τη συνδράμει την Ηλέκτρα στο έργο το βαρύ. Γιατί οι υπόλοιποι δεν το τολμήσαμε.

Διώνη Δημητριάδου

(ασπρόμαυρη φωτογραφία της Izabela Urbaniak)



Η φωτιά




«Φωτιά!» είπε κάποιος.
Και δεν ένιωσε πως όλο αυτό το φως
έσερνε πίσω του βαρύ σκοπό ανατολίτικο
σε σώμα λικνιζόμενο αργά.
Σαν κόκκινος κυματισμός μιας φλόγας
που πυρπολούσε τη στιγμή.
Έπειτα όλο αυτό εσίγησε
και κόπασε ο ρυθμός.

Μόνο το σώμα
(από συνήθεια παλιά)
κράταγε ακόμα μια αναλαμπή

γύρω από ανύπαρκτη φωτιά.

Διώνη Δημητριάδου

(Henri Matisse, sleeping nude on a red background, 1916)

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

«Αϊλάν»


(του Τάσου Σ. Μάντζιου)




Σκιά συκής ξηρανθείσης, ο λόγος ο έωλος...
Κονιορτός των ημερών η αθωότητα.
Κι όλα, δυσοίωνα της νύχτας τα ενδεχόμενα...
Όσοι γονυπετείς του ευτελούς,
του πρόσκαιρου, όσοι, αφιερωμένοι,
όπου
ο άργυρος
και ο χρυσός
και ο αδάμαντας,
εκεί και της ζωής τους το μείζον...
Της επιούσιας ηδονής προσηλωμένοι θηρευτές
την κραυγαλέα χρεία των καιρών, αντιπαρέρχονται.
Κι ολότελα αγνοούν
τον οιωνό της θάλασσας.
Της θάλασσας
που, σκοτεινή και μανιασμένη,
ξεβράζει με το δείλι στα ρηχά,
σπασμένα
τα φτερά του Ικάρου!...


Τάσος Σ. Μάντζιος

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

"Αλληλογράφος και ταχυδρόμος"

της Βάντας Παπαϊωάννου-Βουτσά



Ο κυρ Μιχάλης, ο ταχυδρόμος, δεν είχε χρόνο ούτε για ανθρώπινες ούτε για σκυλίσιες διαπραγματεύσεις. Εδώ που τα λέμε ούτε και καλή διάθεση έδειχνε. Πολλά είδαν τα μάτια του με σκυλιά και ανθρώπους. Καμιά φορά χειρότεροι οι δεύτεροι. Στενά δρομάκια και μεγάλους δρόμους περπατούσε, σε αυλές μπαινόβγαινε καθημερινά με ρυθμό, με χρόνο μετρημένο και υπολογισμένο.
Ξερακιανός, στητός σαν στέκα του μπιλιάρδου. Μικρό κεφάλι σε σχέση με το ύψος του, θύμιζε καρφίτσα. Ενδυμασία χειμώνα, καλοκαίρι σε αποχρώσεις του γκρι. Καμπαρντίνα μακριά σε γκρίζο μολυβί και καπέλο καβουράκι το χειμώνα, μακρυμάνικο πουκάμισο και παντελόνι στους ίδιους χρωματικούς τόνους το καλοκαίρι. Λίγο προς το γαλάζιο ξέφευγε το πουκάμισο ταιριαστό με τα ξεπλυμένα γαλανά μάτια του. Το καλοκαιρινό καπελάκι άλλαζε τελείως. Ψάθινο με μια μαύρη ξεθωριασμένη γκρο κορδέλα τριγύρω, διάτρητο ν’ αερίζεται το μισόγυμνο κρανίο. Σαν ένα απ’ τ’ ανθρωπάκια του Γαΐτη, πανομοιότυπο με ένα πλήθος άλλα, δραπέτευε απ’ το σωρό και μπαινόβγαινε σαν κουρντισμένο παιχνίδι από πόρτα σε πόρτα. Ξεχώριζε μόνο από το γρήγορο βάδην. Ένας σύγχρονος Ερμής, φτερωτός, ο ταχυδρόμος της γειτονιάς, μεταφορέας αλληλογραφίας, επιταγών εξ Αμερικής, τηλεγραφημάτων. Ευγενικός, αλλά ανέκφραστος. Δε συμμετείχε μήτε σε πόνο μήτε σε χαρά των παραληπτών. Κρατούσε ισορροπημένα τα τάσια της ψυχής του.


Γαβ, γαβ! Γαβ, γαβ, γαβ! Έτρεχε γαβγίζοντας στη στενόμακρη αυλή του Ψαρρέικου  η αδύνατη, ψηλόλιγνη Φρίντα. Καφετιά σαν γυαλισμένο κάστανο, νεότατη, ορεξάτη και αεικίνητη. Γουβ, γουβ, γουβ! Βαρύτονη και βαρύγδουπη η κοντοποδαρούσα Τζένη, γερασμένη πια. Τα σκυλιά του θείου Δημητράκη, κυνηγού χρόνια τώρα. Τούτη η δεύτερη δεν ξεκόλλαγε από την αυλόπορτα, αν δεν άνοιγε ο επισκέπτης, που είχε χτυπήσει το ρόπτρο λεοντοκεφαλή. Οσμιζόταν τη διάθεση του αόρατου επισκέπτη και γάβγιζε αναλόγως. Και ο κυρ Μιχάλης, ο ταχυδρόμος, δεν ήταν ανάμεσα στα φιλικά της πρόσωπα. Και πώς να είναι! Αμέριμνος άνοιξε μια χειμωνιάτικη μέρα την πόρτα κι εκείνη όρμησε πάνω του. Πρόλαβε τρομαγμένος να σηκώσει την κλειστή ομπρέλα και να την κατεβάσει με δύναμη στην πλάτη της. Ουρλιάζοντας οπισθοχώρησε το σκυλί. Εκείνη τη στιγμή ο κυρ Μιχάλης καταγράφηκε στο ένστικτο του σκυλιού ως εχθρός. Μέτρα μακριά περνούσε από την ψηλή κλειστή αυλόπορτα και το σκυλί λυσσομανούσε στο γάβγισμα. Παραλήπτης της αλληλογραφίας έγινα εγώ, αν ήμουν στο σπίτι. Έτσι κι αλλιώς είχα κερδίσει επάξια τον τίτλο της αλληλογράφου της γειτονιάς σε μεγάλη ακτίνα.


Ο πατέρας μού παρέδωσε τη σκυτάλη του γραφέα, όταν ένιωσε πως έχασε εκείνη τη δεξιοτεχνία του χεριού να γράφει τα καλλιγραφικά του γράμματα με περίτεχνες ουρές και στροβιλίσματα. Άρχισα δειλά δειλά να γράφω τις ευχετήριες γιορταστικές κάρτες προς τους συγγενείς στα πέρατα του κόσμου. Ιεροσόλυμα, Βηρυτός, Αμερική, Θεσσαλονίκη, Κροκύλειο, Μαυρολιθάρι, Καβάλα σε θείους, πατριώτες, νονούς, γνωστούς και συγγενείς πολλών γενεών. Ύστερα ερχόταν η ξαδέλφη να της γράψω διεύθυνση Αμερικής. Φάκελος με μπλε άσπρο δοντάκι ολόγυρα για αεροπορική αποστολή. Απόκτησα άνεση με τους πελάτες αλληλογραφίας και τους καθησύχαζα, αν δεν είχαν ειδικό φάκελο. Με άνεση ειδήμονα μου άρεσε να γράφω στην κάτω αριστερή γωνία του λευκού φακέλου «ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΣ- PAR AVION - BY AIR MAIL».
Η άλλη εξαδέλφη δεν ήξερε σχεδόν καθόλου να γράφει. Μα τι στο καλό σφούγγισε τον εγκέφαλό της και έσβησε όσα μάθαινε έξι χρόνια στο Δημοτικό! Είχε κι έναν έρωτα με γραμματιζούμενο υπάλληλο λογιστικού γραφείου κι εγώ έπρεπε όχι μόνο να γράφω, αλλά να αισθάνομαι την ψυχή της και να παίζω το ρόλο της δι’ αλληλογραφίας. Ε, δεν ήταν και δύσκολο. «Σε σκέφτομαι, σε βλέπω που περνάς έξω από το σπίτι, αλλά η μάνα μου κέρβερος, την τάδε μέρα και ώρα θα κατεβώ στην αγορά ν’ αγοράσω κλωστές κεντήματος, εκεί στο στενό… » . Έπεφτε το σήμα, ώστε όλως τυχαία να βρεθεί κι ο νεαρός στο στενό, να σταθούν πλάι πλάι στη βιτρίνα με τα κεντήματα, να ανταλλάξουν δυο κουβέντες, ν’ ακουμπήσουν τα χέρια τους. Αν σουρουπώσει κιόλας, θα βαδίσει μερικά βήματα ξωπίσω της και στην ανηφόρα της επιστροφής, εκεί έξω από το ερειπωμένο  σπίτι με τη φουντωτή συκιά θα σταθούν κλάσματα δευτερολέπτου για ένα πεταχτό φιλί.
Η φίλη μου, μικρότερη δυο τρία χρόνια, ξανθιά και ομορφούλα, είχε σύμμαχο τη μάνα της στο γάμπρισμα. Με τα γράμματα καμία σχέση. Ήρθε στην αλληλογράφο. Ο «Έρωτας» ήταν υπάλληλος τράπεζας και δεν ήξερε ο δύστυχος πως είχε γίνει στόχος. Ραβασάκια με εξομολογήσεις, με ζωγραφιστές καρδούλες διάτρητες από τα βέλη και χείλια κατακόκκινα, κατάλαβα πως έπρεπε να ζωγραφίζω γύρω τριγύρω από τα λόγια. Τα άφηνε η ερωτοχτυπημένη καλυμμένα με τα χρήματα στο γκισέ της τράπεζας και τρέλαινε τον παραλήπτη. Ρεζίλι έγινε μια φορά εκείνος, όταν τον αντικατέστησε συνάδελφος να κλείσει ταμείο. Μαζί με τα χαρτονομίσματα ήρθε στο φως το σημείωμα με τα γράμματα και τις ζωγραφιές μου ξέχειλο από έρωτα! «Μια μέρα αν δε σε δω, τρελαίνομαι! Το βράδυ στις 11.00 να περιμένεις τηλέφωνο». Και περίμενε ο έρμος και σήκωνε το ακουστικό και λιγωνόταν με τη φωνή του Elvis “Its now or never” ή του Paul Anka Crazy love” από δίσκο 45 στροφών στο πικάπ! Και γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά

Η Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά γεννήθηκε στο Λαύριο Αττικής το 1947. Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και από το 1973 κατοικεί στην Κομοτηνή, όπου δίδαξε ως φιλόλογος στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Το πρώτο της βιβλίο, «…μύριζε γαζία», εκδόθηκε το 2014, ενώ έως τότε συμμετείχε στην έκδοση «Η διδασκαλία της ξένης λογοτεχνίας στο Γυμνάσιο και Λύκειο» με ανάλυση του διηγήματος Ο Βάνκας του Τσέχωφ, έχει συντάξει και επιμεληθεί τα κείμενα τουριστικών οδηγών της Περιφέρειας Αν. Μακεδονίας & Θράκης, της Νομαρχίας Ροδόπης και του Δήμου Μαρώνειας. Επιμελήθηκε επίσης  το βιβλίο «Γεύσεις και αναμνήσεις από τη Ροδόπη» του αρχιτέκτονα Θανάση Πανδρευμένου, έκδοση της Νομαρχίας Ροδόπης, έχει δημοσιεύσει άρθρα ιστορικά, αρχαιολογικά και περιβαλλοντικά σε τοπικά περιοδικά.
   "Αλληλογράφος και ταχυδρόμος"

της Βάντας Παπαϊωάννου-Βουτσά



Ο κυρ Μιχάλης, ο ταχυδρόμος, δεν είχε χρόνο ούτε για ανθρώπινες ούτε για σκυλίσιες διαπραγματεύσεις. Εδώ που τα λέμε ούτε και καλή διάθεση έδειχνε. Πολλά είδαν τα μάτια του με σκυλιά και ανθρώπους. Καμιά φορά χειρότεροι οι δεύτεροι. Στενά δρομάκια και μεγάλους δρόμους περπατούσε, σε αυλές μπαινόβγαινε καθημερινά με ρυθμό, με χρόνο μετρημένο και υπολογισμένο.
Ξερακιανός, στητός σαν στέκα του μπιλιάρδου. Μικρό κεφάλι σε σχέση με το ύψος του, θύμιζε καρφίτσα. Ενδυμασία χειμώνα, καλοκαίρι σε αποχρώσεις του γκρι. Καμπαρντίνα μακριά σε γκρίζο μολυβί και καπέλο καβουράκι το χειμώνα, μακρυμάνικο πουκάμισο και παντελόνι στους ίδιους χρωματικούς τόνους το καλοκαίρι. Λίγο προς το γαλάζιο ξέφευγε το πουκάμισο ταιριαστό με τα ξεπλυμένα γαλανά μάτια του. Το καλοκαιρινό καπελάκι άλλαζε τελείως. Ψάθινο με μια μαύρη ξεθωριασμένη γκρο κορδέλα τριγύρω, διάτρητο ν’ αερίζεται το μισόγυμνο κρανίο. Σαν ένα απ’ τ’ ανθρωπάκια του Γαΐτη, πανομοιότυπο με ένα πλήθος άλλα, δραπέτευε απ’ το σωρό και μπαινόβγαινε σαν κουρντισμένο παιχνίδι από πόρτα σε πόρτα. Ξεχώριζε μόνο από το γρήγορο βάδην. Ένας σύγχρονος Ερμής, φτερωτός, ο ταχυδρόμος της γειτονιάς, μεταφορέας αλληλογραφίας, επιταγών εξ Αμερικής, τηλεγραφημάτων. Ευγενικός, αλλά ανέκφραστος. Δε συμμετείχε μήτε σε πόνο μήτε σε χαρά των παραληπτών. Κρατούσε ισορροπημένα τα τάσια της ψυχής του.


Γαβ, γαβ! Γαβ, γαβ, γαβ! Έτρεχε γαβγίζοντας στη στενόμακρη αυλή του Ψαρρέικου  η αδύνατη, ψηλόλιγνη Φρίντα. Καφετιά σαν γυαλισμένο κάστανο, νεότατη, ορεξάτη και αεικίνητη. Γουβ, γουβ, γουβ! Βαρύτονη και βαρύγδουπη η κοντοποδαρούσα Τζένη, γερασμένη πια. Τα σκυλιά του θείου Δημητράκη, κυνηγού χρόνια τώρα. Τούτη η δεύτερη δεν ξεκόλλαγε από την αυλόπορτα, αν δεν άνοιγε ο επισκέπτης, που είχε χτυπήσει το ρόπτρο λεοντοκεφαλή. Οσμιζόταν τη διάθεση του αόρατου επισκέπτη και γάβγιζε αναλόγως. Και ο κυρ Μιχάλης, ο ταχυδρόμος, δεν ήταν ανάμεσα στα φιλικά της πρόσωπα. Και πώς να είναι! Αμέριμνος άνοιξε μια χειμωνιάτικη μέρα την πόρτα κι εκείνη όρμησε πάνω του. Πρόλαβε τρομαγμένος να σηκώσει την κλειστή ομπρέλα και να την κατεβάσει με δύναμη στην πλάτη της. Ουρλιάζοντας οπισθοχώρησε το σκυλί. Εκείνη τη στιγμή ο κυρ Μιχάλης καταγράφηκε στο ένστικτο του σκυλιού ως εχθρός. Μέτρα μακριά περνούσε από την ψηλή κλειστή αυλόπορτα και το σκυλί λυσσομανούσε στο γάβγισμα. Παραλήπτης της αλληλογραφίας έγινα εγώ, αν ήμουν στο σπίτι. Έτσι κι αλλιώς είχα κερδίσει επάξια τον τίτλο της αλληλογράφου της γειτονιάς σε μεγάλη ακτίνα.


Ο πατέρας μού παρέδωσε τη σκυτάλη του γραφέα, όταν ένιωσε πως έχασε εκείνη τη δεξιοτεχνία του χεριού να γράφει τα καλλιγραφικά του γράμματα με περίτεχνες ουρές και στροβιλίσματα. Άρχισα δειλά δειλά να γράφω τις ευχετήριες γιορταστικές κάρτες προς τους συγγενείς στα πέρατα του κόσμου. Ιεροσόλυμα, Βηρυτός, Αμερική, Θεσσαλονίκη, Κροκύλειο, Μαυρολιθάρι, Καβάλα σε θείους, πατριώτες, νονούς, γνωστούς και συγγενείς πολλών γενεών. Ύστερα ερχόταν η ξαδέλφη να της γράψω διεύθυνση Αμερικής. Φάκελος με μπλε άσπρο δοντάκι ολόγυρα για αεροπορική αποστολή. Απόκτησα άνεση με τους πελάτες αλληλογραφίας και τους καθησύχαζα, αν δεν είχαν ειδικό φάκελο. Με άνεση ειδήμονα μου άρεσε να γράφω στην κάτω αριστερή γωνία του λευκού φακέλου «ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΣ- PAR AVION - BY AIR MAIL».
Η άλλη εξαδέλφη δεν ήξερε σχεδόν καθόλου να γράφει. Μα τι στο καλό σφούγγισε τον εγκέφαλό της και έσβησε όσα μάθαινε έξι χρόνια στο Δημοτικό! Είχε κι έναν έρωτα με γραμματιζούμενο υπάλληλο λογιστικού γραφείου κι εγώ έπρεπε όχι μόνο να γράφω, αλλά να αισθάνομαι την ψυχή της και να παίζω το ρόλο της δι’ αλληλογραφίας. Ε, δεν ήταν και δύσκολο. «Σε σκέφτομαι, σε βλέπω που περνάς έξω από το σπίτι, αλλά η μάνα μου κέρβερος, την τάδε μέρα και ώρα θα κατεβώ στην αγορά ν’ αγοράσω κλωστές κεντήματος, εκεί στο στενό… » . Έπεφτε το σήμα, ώστε όλως τυχαία να βρεθεί κι ο νεαρός στο στενό, να σταθούν πλάι πλάι στη βιτρίνα με τα κεντήματα, να ανταλλάξουν δυο κουβέντες, ν’ ακουμπήσουν τα χέρια τους. Αν σουρουπώσει κιόλας, θα βαδίσει μερικά βήματα ξωπίσω της και στην ανηφόρα της επιστροφής, εκεί έξω από το ερειπωμένο  σπίτι με τη φουντωτή συκιά θα σταθούν κλάσματα δευτερολέπτου για ένα πεταχτό φιλί.
Η φίλη μου, μικρότερη δυο τρία χρόνια, ξανθιά και ομορφούλα, είχε σύμμαχο τη μάνα της στο γάμπρισμα. Με τα γράμματα καμία σχέση. Ήρθε στην αλληλογράφο. Ο «Έρωτας» ήταν υπάλληλος τράπεζας και δεν ήξερε ο δύστυχος πως είχε γίνει στόχος. Ραβασάκια με εξομολογήσεις, με ζωγραφιστές καρδούλες διάτρητες από τα βέλη και χείλια κατακόκκινα, κατάλαβα πως έπρεπε να ζωγραφίζω γύρω τριγύρω από τα λόγια. Τα άφηνε η ερωτοχτυπημένη καλυμμένα με τα χρήματα στο γκισέ της τράπεζας και τρέλαινε τον παραλήπτη. Ρεζίλι έγινε μια φορά εκείνος, όταν τον αντικατέστησε συνάδελφος να κλείσει ταμείο. Μαζί με τα χαρτονομίσματα ήρθε στο φως το σημείωμα με τα γράμματα και τις ζωγραφιές μου ξέχειλο από έρωτα! «Μια μέρα αν δε σε δω, τρελαίνομαι! Το βράδυ στις 11.00 να περιμένεις τηλέφωνο». Και περίμενε ο έρμος και σήκωνε το ακουστικό και λιγωνόταν με τη φωνή του ElvisIts now or never” ή του Paul Anka Crazy love” από δίσκο 45 στροφών στο πικάπ! Και γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά

Η Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά γεννήθηκε στο Λαύριο Αττικής το 1947. Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και από το 1973 κατοικεί στην Κομοτηνή, όπου δίδαξε ως φιλόλογος στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Το πρώτο της βιβλίο, «…μύριζε γαζία», εκδόθηκε το 2014, ενώ έως τότε συμμετείχε στην έκδοση «Η διδασκαλία της ξένης λογοτεχνίας στο Γυμνάσιο και Λύκειο» με ανάλυση του διηγήματος Ο Βάνκας του Τσέχωφ, έχει συντάξει και επιμεληθεί τα κείμενα τουριστικών οδηγών της Περιφέρειας Αν. Μακεδονίας & Θράκης, της Νομαρχίας Ροδόπης και του Δήμου Μαρώνειας. Επιμελήθηκε επίσης  το βιβλίο «Γεύσεις και αναμνήσεις από τη Ροδόπη» του αρχιτέκτονα Θανάση Πανδρευμένου, έκδοση της Νομαρχίας Ροδόπης, έχει δημοσιεύσει άρθρα ιστορικά, αρχαιολογικά και περιβαλλοντικά σε τοπικά περιοδικά.
Τα καλοκαίρια κάποτε







Τότε που δεν χρειαζόντουσαν πολλά. Μόνο τα αναγκαία. Λίγα ρούχα, σεντόνια και πετσέτες, μια μπάλα που φούσκωνε και απογειωνόταν, μάσκα και βατραχοπέδιλα ο αδελφός μου, κουβαδάκι και τα σχετικά για μένα, τα απαραίτητα κατσαρολικά η μαμά. Απλά πράγματα. Και φυσικά να έχει πάρει ο πατέρας την άδειά του, Αύγουστο μήνα, ντάλα καλοκαίρι. Και να έχουν φροντίσει να καπαρώσουν (στο μιλητό) την παλιά αποθήκη, που πια χρησίμευε για θερινό κατάλυμα όλης της οικογένειας. Ψηλοτάβανη, μονόχωρη, με δυο παράθυρα μεγάλα λίγο πιο κάτω από την οροφή. Ράντζα εκστρατείας (έτσι τα λέγαν τότε), τραπέζι και καρέκλες. Μαγείρεμα στη γκαζιέρα. Όλα αυτά, που μοιάζουν σαν να έχουν βγει από ταινία νεορεαλιστικού κινηματογράφου, ήταν το σκηνικό για το ποθητό μας καλοκαίρι.
Και ήταν απίθανα όμορφο. Γιατί μπορεί να μην είχε τίποτε από όλα αυτά που αργότερα πολύ θεωρήσαμε ‘ανέσεις’ αλλά είχε το μοναδικό προνόμιο να είναι πάνω στη θάλασσα, κυριολεκτικά. Σε ποια θάλασσα; Στην καλύτερη τότε. Οι νεότεροι μάλλον δεν θα με εννοήσουν αλλά τότε, το 1961, το Μάλτεπε (έτσι το λέγαμε όλοι οι Θεσσαλονικείς τότε, κατόπιν επικράτησε το ελληνικό Καλλιθέα), στη Χαλκιδική, ήταν ένας απέραντος παράδεισος μόνο με άμμο και θάλασσα.
Μετά άλλαξαν πολλά. Ο νεοπλουτισμός επέδραμε στις παραλίες, το Μάλτεπε κατακλύστηκε από ξενοδοχεία, η αποθήκη των παιδικών μου καλοκαιριών γκρεμίστηκε. Αλλά κι εμείς φύγαμε για την Αθήνα. Άλλα μέρη εκεί, άλλες θάλασσες, άλλες συνήθειες.
Άλλωστε μεγαλώναμε.


Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016





Είναι αλήθεια πως ολοένα γυρνώντας στα ίδια και στα ίδια τα γραφτά μας μοιάζουν και πιο πολύ. Σαν να γράφεται διαρκώς η ίδια ιστορία, σαν οι στίχοι να επιμένουν σε τόπους και σε πρόσωπα. Κι όμως όλο και κάτι θα ξεφύγει και θα διασωθεί η νέα απόγνωση.

Μια σκέψη με αφορμή αυτό το λιτό και σαφέστατο του Χρίστου Ρουμελιωτάκη:

Τα πουλιά
 (ποίημα του Χρίστου Ρουμελιωτάκη)











Το φετινό μου ποίημα,
όπως το περσινό και το προπέρσινο
η ίδια θάλασσα,
τα ίδια πρόσωπα, στις ίδιες θέσεις.
Μόνον εκείνα τα πουλιά
φέτος κατέβηκαν πιο χαμηλά,
πιο χαμηλά,
ως τις εξώπορτες

και τις ραμφίζουν.


(η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Roman Lorane)