Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017


Διαβάζοντας πέντε ποιητικές συλλογές








Νάνζη Χατζημωυσιάδου, Η απόσταση που συνέβης, εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, Persona Gramma, εκδόσεις βακχικόν

Μάνια Βαρβιτσιώτη, Με το τατουάζ της μοίρας, εκδόσεις Κουκούτσι

Ανδρέας Καρακόκκινος, Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, εκδόσεις Ένεκεν

Νίκος Μπατσικανής, Αγρυπνία, εκδόσεις Γαβριηλίδη






Νάνζη Χατζημωυσιάδου, Η απόσταση που συνέβης, εκδόσεις Σαιξπηρικόν




Η Νάνζυ Χατζημωυσιάδου έχει στον ποιητικό της λόγο μια τάση ανατροπής, η οποία ξεκινά από την καταστρατήγηση των κανόνων της συντακτικής  δομής της γλώσσας και της γραμματικής εκφοράς των λέξεων, και στη συνέχεια επεκτείνεται στον εσωτερικό πυρήνα των νοημάτων. Με όχημα αυτήν την ιδιομορφία μπερδεύεται μέσα στον χρόνο για να συναντήσει τις απαρχές της ζωής, να στοχαστεί πάνω στις αρχικές αβλεψίες που δρομολόγησαν τα κατοπινά σφάλματα. Με το πλούσιο αυτό φορτίο και με σκληρή και εύστοχη γλώσσα επισημαίνει τη βάση του Κακού. Παραφωνία, ευτυχώς, στη ζοφερή εικόνα η ύπαρξη του Ποιητή.



Ε΄

Τον καιρό εκείνο ήταν άμορφος ο πόνος

γιατί κρίνονταν ένοχοι και οι αγέννητοι

με ακροβολισμούς στην ύπαρξη

γεμάτους σκοτάδι

που επόπτευε εκ των ενόντων

την καρδιά της ζωής

παρέχοντας εισιτήρια δωρεάν ανάσας

και προσκυνηματική εκδρομή

στο μνημείο Άνθρωπος

ως ανάμνηση καιρών

που μείναν γνωστοί στην ιστορία

σαν Υστεροανθρώπινη Περίοδος

ή Πρώιμη μετά τον Άνθρωπο εποχή

ένα ζήτημα άκρως σχετικό

με την ύπαρξη ή όχι αλκυονίδων ημερών





Μ΄

Το πηγάδι δεν έχει πάτο έλεγαν

παρατηρώντας τις άδειες λέξεις

που πρόβαλλαν στο βάθος του

κρεμασμένες στο κενό

ν’ αναδεύονται στην εμφάνιση της χίμαιρας

κάτω απ’ τον λευκοφορεμένο ουρανό.

Αφουγκράζομαι και πάλι:

γυρισμένος ανάποδα ο κόσμος

μετακινήθηκε γύρω από τη μύτη του

προσηλώνοντας το βλέμμα στο ελάχιστο.

Δικαιοσύνη χωλή. Ισότητα μηδαμινή.

Χειμώνας στην ψυχή.

Μοναδική παραφωνία η ύπαρξη του Ποιητή.

Λέξεις εγκολπώνονται μεταξύ τους

σωρεύοντας πέτρες

που ξηλώνονται στα κράσπεδα

λανθάνοντας στον καιρό

την απομόνωση στον εαυτό







Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, Persona Gramma, εκδόσεις βακχικόν




Η Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου παρουσιάζει εδώ δύο ποιητικές της συλλογές, απόρροια των σπουδών της στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Δημιουργική Γραφή» με κατεύθυνση «Συγγραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Έτσι φέρνει (άθελά της) πάλι στο προσκήνιο το θέμα της διδασκαλίας της συγγραφής, με τα υπέρ και κατά που συχνά ακούγονται. Θεωρώ πως στην πρώτη συλλογή, που περιλαμβάνει ποιήματα σε νεωτερική φόρμα και σε ελεύθερο στίχο δείχνει την ποιητική της γραφή, προσωπική και αξιόλογη, με χαρακτηριστικό την εμβάθυνση στο νόημα των λέξεων. Ένα παιχνίδι, θα έλεγα, με τις λέξεις που αρκούν για να  ειπωθεί το ποιητικά σημαντικό, χωρίς περιττές αναλύσεις. Άλλωστε το φορτίο της κάθε λέξης μπορεί να είναι και πολυσήμαντο, και εδώ η ποίηση ανοίγει σε πολλαπλές αναγνώσεις. Φυσικά με πρώτη της ποιήτριας, που μέσα από την προσωπική οδύνη μιλά για πανανθρώπινα τραύματα. Η δεύτερη συλλογή  μπορεί να εκληφθεί μάλλον σαν άσκηση σε προδιαγεγραμμένη πορεία και ως προς αυτό έχει μεν πετύχει τον στόχο της απολύτως, ωστόσο δεν προσφέρεται για  κριτική αξιολόγηση ακριβώς λόγω των προδιαγραφών που έπρεπε να ακολουθήσει η ποιήτρια.



Πεντηκοστή

Την είδες στο καλάθι, κουλουριασμένη σαν έμβρυο,

να τη σπρώχνει ο Δήμιος στα κύματα απάνω.

Κρυφά, πίσω από την πλάτη σου, της βάλανε

φωτιά.

Λίγο πριν φλεχθεί η σάρκα της κι αρχίσει

να ουρλιάζει, όρμησες στα νερά και με το

σώμα σου καταπλάκωσες τις φλόγες·

«τίποτα!», τσίριξες, «τίποτα δε θα της κάνετε!

Εγώ!», φώναξες, «Τ’ ακούτε; Εγώ τη συγχωρώ!»

Δια του ανθρώπου αφίεται ο άνθρωπος.



Αναγέννηση

Ισχυροποιήθηκες.

Απέταξες το μνήμα.

Τους τύμβους όλους τους κατολίσθησες.

Ισορρόπησες.

Τα κατάφερες: (υπερ)νίκησες το Τραύμα.

Τη ζωή, την αψεγάδιαστη την ομορφιά

στο πρόσωπό (της) την ξαναθυμήθηκες.







Μάνια Βαρβιτσιώτη, Με το τατουάζ της μοίρας, εκδόσεις Κουκούτσι




Η εικονοποιΐα είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ποιητικού λόγου της Μάνιας Βαρβιτσιώτη, η οποία μεταπηδά από το ρεαλιστικό τοπίο στο υπερβατικό με εξαιρετική άνεση, γνωρίζοντας σαφώς τα όρια η ίδια, καλύπτοντας όμως σοφά τα περάσματα από το ένα επίπεδο στο άλλο. Έτσι ο αναγνώστης της διαβάζει με ενσωματωμένη την πραγματικότητα στην υπέρβασή της. Μια υπενθύμιση, ίσως, για τη ματαιότητα του διαχωρισμού τους. Ο κόσμος όπως τον αντιλαμβάνεται η ποιήτρια εμπεριέχει την ποιητική του εκδοχή, σε ένα αδιάσπαστο σύνολο. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτή η θέση που δεν ξεχωρίζει καθόλου τον ποιητή αλλά εκλαμβάνει τον λόγο του ως λόγο του κόσμου, σε μια αναλογία που μας πηγαίνει πολύ πίσω στον Λόγο ως αρχή του σύμπαντος. Έτσι, Λόγος, αναλογία, λόγια, λογική ένα όλον. Και στο κέντρο ο ποιητικός λόγος σε μια από τις καλύτερες εκδοχές του.



Τόσο οικείο το άγνωστο

παύει να υπάρχει



στα φτερά του σηκώνει

τον ύπνο των παιδιών

τ’ όνειρο οδηγός

σε μέρη που δεν πάτησε

θεός δαίμονας άνθρωπος

δόλωμα στο αγκίστρι



Το μέτρο γέννησε τη μετριότητα



ανάμεσα σε δυο άκρα

του παραδείσου οι αβρές γραμμές

αφομοιώνονται απ’ το πλήθος των σημείων

μ’ εκείνη την απαλότητα

που ένα σακούλι αλάτι σε γλυκό νερό

αντιλαμβάνεται το σχέδιο



Αγριόχορτα σε ακαλλιέργητο χωράφι



φλόγα ανοίγει τρύπα στην πραγματικότητα

στην κλειστή καμπύλη της γης

θαλασσοπούλια γεννούν τα πετράδια των μύθων

ποιος σηκώνει την αλυσίδα μεσ’ απ’ τον ήλιο

και καλύπτει το εύρος του χρόνου







Ανδρέας Καρακόκκινος, Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, εκδόσεις Ένεκεν




Ο Ανδρέας Καρακόκκινος γράφει μια ποίηση απολογισμού με το βάρος της συσσωρευμένης πείρας αλλά και όλη τη συνακόλουθη ενοχή. Ταυτόχρονα νιώθεις διαβάζοντας τη ζωντανή φλέβα να δονείται πίσω από τις λέξεις.  Λέξεις διαλεγμένες μία προς μία για να βρίσκουν ευθύβολα τον στόχο τους, χωρίς παρερμηνείες. Καθαρός λόγος, ειλικρινής και ποιητικά αξιοδιάβαστος. Σύγχρονη η ματιά στον κόσμο, δοσμένη με τη σοφία της αποθηκευμένης παρατήρησης τόσων χρόνων. Φυσικά η ποιητική αξία δεν είναι ταυτόσημη της ηλικίας, ωστόσο δεν μπορείς να μην εντοπίσεις την ωριμότητα των ποιητικών εικόνων, να μη διαβάσεις την απελπισία των καιρών με την οπτική μιας πικρής  συνειδητοποίησης.



Κουκούλα καταδότη

Πρόσωπα θολά και σκοτεινά

σαν μαύρη κουκούλα καταδότη.

Χαράζουν μάγουλα παιδικά

Χαράζουν τις ψυχές μας

σπέρνουν το θάνατο με μαχαιριές

σπέρνουν τον τρόμο των κρεματορίων

κατεδαφίζουν τα χαμόγελα

κατεδαφίζουν τις ελπίδες

σβήνουν από τη μνήμη τους

το συρματόπλεγμα που φύτεψαν

με ματωμένα χέρια του προδότη

σβήνουν ένα–ένα τα φωνήεντα

από τη λέξη ελευθερία

και την αφήνουν άφωνη

και κατακρεουργημένη.



Κι εμείς σαν θεατές

σε θέατρο του παραλόγου

στο τέλος της παράστασης

μια καταιγίδα θα μας πνίξει.



Ο φαροφύλακας του σύμπαντος

Ο φαροφύλακας του σύμπαντος

αιώνες τώρα ανάβει κάθε σούρουπο

το λύχνο στο βορεινό αστέρι

εκεί στο σταυροδρόμι του απείρου

που συναντιούνται οι ψυχές

σαν ταξιδεύουν στην καταχνιά

ψάχνοντας για κατάλυμα αγάπης.



Ο φαροφύλακας του σύμπαντος

με τ’ άσπρα γένια ως το γόνατο

κάθεται αμίλητος και σκυθρωπός

και μόνο σαν ανταμώσουν δίπλα του

μάτια γεμάτα από τη δίψα του έρωτα

χαμογελά και δείχνει με το βλέμμα

το δρόμο για το δικό τους γαλαξία.



Ο Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης

Η πόλη απεγνωσμένα φωτίζει το σκοτάδι της

με πολύχρωμα φωτάκια

κι ο ουρανός της άστερος κι αφιλόξενος σε προσδοκίες

από ανάλγητες υποσχέσεις.



Οι λιγοστοί εραστές του φθινοπωρινού περιπάτου

ζυγιάζουν στο πλακόστρωτο

βήματα κι αβεβαιότητες από ανήμπορες λέξεις

των αρχόντων.



Οι διαδηλωτές απλώνουν στα ξύλινα κοντάρια

την απελπισία τους

κι η πόλη απεγνωσμένα αναζητά γενέθλια άνοιξη

μεσούντος φθινοπώρου.





Νίκος Μπατσικανής, Αγρυπνία, εκδόσεις Γαβριηλίδης




Στην ποίηση του Νίκου Μπατσικανή ανιχνεύεται η αίσθηση του χρόνου που κυλά, η συνειδητοποίηση της συντομίας των διαστημάτων του αλλά και το ρίσκο γι’ αυτόν που θα θελήσει να τα υπερβεί. Ο λόγος άλλοτε με το βάρος της πείρας πολλών αναγνωσμάτων και επιρροών και άλλοτε με τη φρεσκάδα μιας νέας γραφής. Ενδιαφέρουσα η μεταπήδηση από τη μια μορφή στην άλλη. Όπως άξια προσοχής τα αποσπάσματα που εισάγουν τις ενότητες της συλλογής, όλα αποθησαυρισμένα από την ακολουθία του Εσπερινού, σαν άλλη μια υπενθύμιση της απόληξης μιας πορείας.





Υποχρεώσεις

Πρέπει να βιαστώ.

Έχω πολλά να κάνω.

Να κλείσω τα παράθυρα

να σβήσω το φως

να ξαπλώσω πάλι μόνος

να μαζέψω τα «κομμάτια μου».



Και δεν ξέρω αν θα προλάβω!



Ακροβατώντας

Καταλαβαίνετε

πως είναι δύσκολο να ισορροπώ εκεί πάνω.

Κόβεσαι, γλιστράς, ματώνεις.

Δεν είναι απλά ένα τεντωμένο σκοινί

ούτε κι εγώ δεινός ακροβάτης.

Κόβει, σας λέω. Πονά.

Δεν έχει από πού να κρατηθείς.

Ένα ατέλειωτο κενό.

Κινδυνεύεις από στιγμή σε στιγμή.

Κι αν πέσεις, γλιτώνεις μια για πάντα.



Ξυράφι της ζωής μου η μοναξιά.





Αλλαγές

Αλλάζουν όλα. Κάθε μέρα βιαστικά.



Ως κι ο Μπακάκος έφυγε απ’ την Ομόνοια.

Μόνο εγώ είμαι ακόμη στη «γωνία»

και δε γνωρίζω τους λόγους.



Επιμέλεια, σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017



Προδημοσίευση

Δύο ποιήματα της Βίκυς Δερμάνη
από την υπό έκδοση ποιητική της συλλογή
«Ψυχή πουθενά»






Ανατομία




Της ερημίας τα βράδια τα ημισέληνα

γέμιζαν απ’ των νεκρών τις μνήμες 

τότε που στάχτες τα μάτια δάκρυζαν

και της ψυχής γίνονταν τα σύννεφα βαριά

τότε που ρίζωναν τα πόδια μας στις λάσπες

κι όμορφα βουλιάζαμε στου τάφου τη σιωπή



έτσι ακύμαντα περνούσε η ζωή μας

αιθάλη σαν ανέπνεε το στήθος

και κούρνιαζε στην πόρτα το κλειδί





Εν πόλει





Περιενδεδυμένοι μανδύα περίτεχνο

άνθρωποι φτηνοί με μάτια σαύρας

ως σμήνη κατηφόριζαν όχλου επικίνδυνου

λυμαίνονταν τη μισοφαγωμένη πόλη

φωνές ερπετές ξέσκιζαν το γαλακτώδη αέρα

φίδια φοβισμένα απολεπίζονταν

γέμισαν φολίδες οι κίτρινοι δρόμοι

ώρες παχύρρευστες εκκένωναν

παγωμένες φαντασμάτων ανάσες



τσακισμένοι οι προδομένοι και κατάκοποι

απ’ το γνέσιμο λόγων ανείπωτων

οι των τιμαλφών ιερών κληρονόμοι

του δικαίου κοιμόνταν το σκυλίσιο ύπνο

Βίκυ Δερμάνη



(Προδημοσίευση από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή "Ψυχή πουθενά", η οποία θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΑΩ)


(artwork: Bill Viola)

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017


Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν

μυθιστόρημα

της Χλόης Κουτσουμπέλη

εκδόσεις Μελάνι






Το γρήγορα και το αργά είναι έννοιες σχετικές, αγαπητέ μου. Ανάλογες με τη σφοδρότητα της επιθυμίας. Με το πάθος ή το πένθος. Με την ενοχή και τη μετάνοια. Με τον αποχαιρετισμό. Με το τέλος του τέλους.

Τα παραπάνω λόγια του μυστηριώδους κυρίου Κλάιν συμπυκνώνουν το νόημα της παράξενης αυτής ιστορίας. Ο χρόνος είναι μια υποκειμενική υπόθεση, έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε με τη συμβατική ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου.  Βιώνεται από τη συνείδησή μας (αποκτώντας έτσι  την απαραίτητη υλική υπόσταση) η οποία  όμως αγνοεί την πραγματική του διάσταση, καθώς αυτή βρίσκεται  πέρα πολύ από τα όρια της λογικής μας ικανότητας, και έτσι ζώντας μέσα του αδυνατούμε να συλλάβουμε την  ουσία του.  Ο χρόνος μετριέται με τα σημάδια του πάνω μας, με τις απώλειες και τη φθορά που γράφει στο σώμα και στη μνήμη. Παραμένει ασύλληπτος όμως. Και αυτή τη σχετικότητα της έννοιας του χρόνου φαίνεται να τη γνωρίζει ο κύριος Κλάιν, όπως και τα όρια της ανθρώπινης εκδοχής του:  το τέλος του τέλους.

Αυτό το τέλος για τον ήρωα της ιστορίας, τον Στέφαν, θα έρχεται αργά, σε μια απροσδιοριστία του αληθινού και του φανταστικού. Η ιστορία ξεκινά με ένα ατύχημα, καθώς ο Στέφαν παρασύρεται από ένα μαύρο αυτοκίνητο στην προσπάθειά του να διασχίσει τον δρόμο για να προφτάσει το ραντεβού του με τον κύριο Κλάιν, ο οποίος του έχει υποσχεθεί θέση εργασίας.  Σώζεται (αλήθεια σώζεται;) όμως και αναλαμβάνει τη δουλειά που του προσφέρει ο ιδιόρρυθμος εργοδότης του παραδίδοντας ταυτόχρονα την υπόστασή του στην ανυπαρξία, τουλάχιστον για τα ανθρώπινα μέτρα. Η συμφωνία προβλέπει την εγκατάστασή του στην πολυκατοικία του κυρίου Κλάιν για σαράντα μέρες έναντι υψηλής αμοιβής, που παρουσιάζεται σωτήρια για τον Στέφαν, με την υποχρέωση να επιδιορθώνει τα προβλήματα που θα προκύπτουν στα διαμερίσματα.  Ό,τι θα ακολουθήσει θα ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο αιφνίδια ανατρεπτικό τοπίο, ίδιον της γραφής της Χλόης Κουτσουμπέλη ακόμα και στον ποιητικό της λόγο και όχι μόνον στα πεζά της. Χωρίζει την αφήγησή της σε κεφάλαια των οποίων οι προμετωπίδες, που εισαγωγικά προετοιμάζουν τον αναγνώστη, θα μπορούσαν να αποτελούν και μια τρόπον τινά περίληψη όλης της ιστορίας, φυσικά με την ανάλογη μεταφορικότητα και με υπόρρητες συνδέσεις. Έτσι, η άποψη του Μπέρναρντ Σω, που μας εισάγει στο πρώτο κεφάλαιο, προϊδεάζει για το ξετύλιγμα της ζωής του Στέφαν που θα παρακολουθήσουμε και μας προβληματίζει για τη σημασία μιας ζωής που αναλώθηκε σε λάθη παραμένοντας όμως αξιέπαινη. Και παρακάτω το ζύγισμα της ψυχής από τον θεό Άνουβι, στο απόσπασμα από την Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών,  θα μας υποψιάσει για το τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή του Στέφαν, που νιώθει να τον ξεπερνά ο χρόνος και βλέπει το σώμα του να μεταμορφώνεται, να φθίνει, να φθείρεται. Η αναφορά σε άλλη προμετωπίδα κεφαλαίου (και όταν η πλοκή πλέον έχει αφήσει να διαφανεί η αλήθεια των πραγμάτων) στην εμβληματική Έβδομη σφραγίδα του Μπέργκμαν, αποτελεί μια από τις ισχυρότερες συνδέσεις/οδηγούς της ανάγνωσης.

Δίπλα στον κεντρικό ήρωα, οι υπόλοιποι χαρακτήρες, όλοι με κάποια σχέση μαζί του που αναδύεται από τα βάθη της μνήμης συνδέοντάς τον με ένα παρελθόν που θα προτιμούσε να μη θυμάται. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό το λογοτεχνικό τοπίο που δημιουργεί η Χλόη Κουτσουμπέλη. Σαν ο ήρωας να βυθίζεται σε μια δίνη, η οποία συμπαρασύρει με τους κύκλους της τα υπόλοιπα πρόσωπα, ώσπου να εξαφανιστούν τα ορατά σημάδια της παρουσίας τους. Η πέτρα που πέφτει σε μια ήρεμη λίμνη και δημιουργεί ομόκεντρους κύκλους που όσο απομακρύνονται από το κέντρο τόσο φθίνουν, μέχρι να εξαφανιστούν. Ο Στέφαν θα επηρεαστεί από την παρουσία τους, ταυτόχρονα θα αποβεί καταλύτης στα δικά τους αδιέξοδα. Και όλα αυτά μέσα σε μια πόλη σύγχρονη, να βιώνει την κατάντια της κοινωνικής και οικονομική κρίσης και να «κρύβει κάτω από το χαλί» την ύπαρξη της Παλιάς πόλης των αποσυνάγωγων και περιθωριακών, των απορριμμάτων της ζωής. Από τη μια η ηθική και από την άλλη η ανηθικότητα, λες και η μία δεν είναι απότοκο της άλλης, σε μια συμβατικά δομημένη θεώρηση του σωστού και του λαθεμένου.

Η Κουτσουμπέλη παράλληλα με την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία της, που οδηγεί τον αναγνώστη να αποκωδικοποιεί τις ευρηματικές εικόνες, παράλληλα και με μια φιλοσοφικών προεκτάσεων συμβολιστική, κατορθώνει να μιλήσει με γλώσσα απολύτως σημερινή δίνοντας το αντικαθρέφτισμα μιας κοινωνίας που μοιάζει απελπιστικά με τη δική μας. Η επιλογή μιας απροσδιόριστης πόλης ως προς την ταυτότητά της, καθώς και τα ξένα ονόματα των ηρώων της, αποθαρρύνουν την απόλυτη ταύτιση με το ελληνικό τοπίο και καθιστούν το μυθιστόρημα οικουμενικό ως προς τις αναφορές του, σε απόλυτη αρμονία με τα θέματα που θίγει. Ο άνθρωπος και η κοινωνία, τα αναπάντητα ερωτήματα γύρω από τη ζωή και τον θάνατο, την καταξίωση και την απαξίωση, τη συμπόρευση με τους άλλους, τη συμφιλίωση με τη διαφορετικότητά τους, τη διάθεση της προσφοράς με το μοίρασμα του εαυτού. Όλα σε μία δυναμική σύμπλευση, αλληλοσυμπληρούμενα και αλληλοαναιρούμενα. Ένα μυθιστόρημα που κινείται στο μεταίχμιο, στο ενδιάμεσο μεταβατικό στάδιο, όπου όλα πιθανολογούνται για αληθινά και όλα απειλούνται με μια διάψευση. Σημαντική η αναφορά στον θιβετιανό Βουδισμό και στην κατάσταση μπάρντο, με το σώμα να είναι νεκρό και τη συνείδηση να εξακολουθεί να ζει βιώνοντας νέες εμπειρίες. Άλλωστε ζης και είσαι νεκρός θα δούμε και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, που ως προμετωπίδα θα μας οδηγήσει σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου.


Η ιστορία αυτή θυμίζει το περιβάλλον που επιλέγει ο Κάφκα στις δικές του απεικονίσεις του κόσμου μέσα στον οποίο ζουν οι ήρωες. Την κατάλληλη στιγμή που έχεις νιώσει να πλανάται η εφιαλτική αυτή ομοιότητα πάνω από τα πρόσωπα της ιστορίας, θα έρθει και η κατευθείαν αναφορά:

Ο Κάφκα λέει  σε ένα από τα γράμματά του στη Μίλενα ότι η τιμωρία της κόλασης συνίσταται στο να αναγκάζεται κάποιος να διεξέλθει μια φορά τη ζωή του με τη ματιά της γνώσης και το χειρότερο δεν είναι να αναθεωρεί τις προφανώς κακές του πράξεις, αλλά τις πράξεις που νόμιζε άλλοτε καλές.



Η Χλόη Κουτσουμπέλη μας οδηγεί με το βιβλίο αυτό σε μια καταβύθιση εσώτερη και οδυνηρή, στον βαθμό που η λογοτεχνία ξεπερνά τα στενά όρια των σελίδων και εγκαθίσταται στο μυαλό του αναγνώστη για να δημιουργήσει εκεί τις δικές της συνδέσεις. Ωστόσο έχει και μια πρόταση/θέση, που αφήνει μια κάποια αισιοδοξία μέσα σ’ αυτό το χάος και την περιδίνηση:

[…]ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους, κάποιος μας φυσά κι εμείς ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα Σύμπαντα. Του εδώ και του Αλλού. Και μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία, η επιλογή μας, αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στην παράξενη περιπέτεια, στο Χάος της ζωής μας.

Αν λοιπόν οι υπάρξεις μας είναι εκλάμψεις του τυχαίου, τότε η επιλογή η δική μας έγκειται στη διαχείριση αυτής της συνθήκης που ονομάζουμε ζωή, χωρίς φυσικά να γνωρίζουμε τα όριά της αλλά και την αληθινή φύση της. Στη βάση της αγάπης, της αλληλοϋποστήριξης και της συνδρομής στις ανάγκες του άλλου, ωστόσο, θα μπορούσε αυτή η ζωή να γίνει ανεκτή.

Διαφαίνεται πίσω από το εγχείρημα της συγγραφής αυτής της ξεχωριστής ιστορίας η προσπάθεια της Κουτσουμπέλη να κατανοήσει τη διάκριση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Γιατί όλο αυτό το πολύπλευρο και πολυσήμαντο θέμα προσεγγίστηκε με την αγωνία μιας επαλήθευσης του βαθύτερου πόθου για μια επαρκή ερμηνεία του ταξιδιού της ζωής και της σύνδεσής του με το πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση. Ποιος μπορεί να συμφιλιωθεί με το τελεσίδικο κενό μετά το τέλος του τέλους;

Και επειδή οι συνειρμοί που κάνει ο αναγνώστης είναι αποδεκτοί στη λογοτεχνική περιπέτεια, διαβάζοντας τον Βοηθό του κυρίου Κλάιν σκέφτομαι από τη μία εκείνη την ταινία του Joseph Losey, το Monsieur Klein, σκοτεινή και εφιαλτική, με την ομοιότητα να εντοπίζεται όχι μόνον στο όνομα αλλά και στον παράδοξο κόσμο (καφκικό επίσης) της ιστορίας.  Από την άλλη το όνομα έχει και την ερμηνεία του, Klein, δηλαδή μικρός, με όποια σύνδεση μπορεί να γίνει ανάμεσα στον άνθρωπο/Στέφαν και στον θάνατο/μοίρα/κύριο Κλάιν. Πολύ περισσότερο, αν πρόκειται για έναν απλό μεσάζοντα, που τώρα φαίνεται τόσο  μικρός μπροστά στον πάσχοντα και αγωνιούντα κατακρημνισμένο άνθρωπο. Ένα μυθιστόρημα με πολλές αναγνώσεις/ερμηνείες, γι’ αυτό και άξιο προσοχής.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στη Bookpresss https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/koutsoumpeli-chloi-melani-o-boithos-tou-kuriou-klain)

Είκοσι ποιήματα για να διαβαστούν στο τραμ

του Oliverio Girondo

εισαγωγή και επιμέλεια μετάφρασης

από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο

εκδόσεις Σαιξπηρικόν







μια ποιητική αναγνωστική πρόκληση



Πρόκειται για μια συλλογή είκοσι ποιημάτων του Ολιβέριο Χιρόντο (Oliverio Girondo, Veinte poemas para ser leídos en el tranvía), η μετάφραση των οποίων είναι μια συλλογική δουλειά, προϊόν του εργαστηρίου λογοτεχνικής μετάφρασης στο οποίο δίδαξε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Κέντρο Ισπανικής και Πορτογαλικής Γλώσσας. Στη μετάφραση συμμετείχαν οι: Σοφία Φερτάκη, Εύη Κύρλεση, Μαρία Ζαγγίλη, Αναστασία Γιαλαντζή, Ελένη Βότση. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον αυτό, καθόσον η πολυφωνία και η ανταλλαγή μεταφραστικών εκδοχών ίσως οδηγεί σε μια πιο πιστή απόδοση (όχι μόνο στη γλώσσα αλλά και στο πνεύμα του περιεχομένου), κάτι που γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι κυρίως στην ποίηση.

Ο Χιρόντο (1891-1967), εκφραστής του πρωτοποριακού κινήματος  Ultraísmo (και μαζί με τον Μπόρχες οι σημαντικότεροι ουλτραϊστές/μαρτινφιεριστές - αυτό το τελευταίο από τον τίτλο του περιοδικού Martín Fierro), τολμηρός και καινοτόμος όπως ήταν, άνοιξε δρόμους επαφής με τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά κινήματα. Η ποίησή του, προκλητική και ενδιαφέρουσα, θα μπορούσε να είναι μια σύγχρονη εκδοχή  γραφής, με χιούμορ, ειρωνεία αλλά και εξεταστική ματιά στην κοινωνική πραγματικότητα.

Προκλητικός και ο τίτλος της συλλογής Είκοσι ποιήματα για να διαβαστούν στο τραμ, ανατρέπει την καθιερωμένη αντίληψη ότι η ποίηση απαιτεί ησυχία και περισυλλογή για να διαβαστεί. Αυτή μπορεί να είναι η πρώτη ανατροπή και ταυτόχρονα το πρώτο στοιχείο για να κατατάξουμε τον Χιρόντο στους διαχρονικά νεανικούς και πάντα πρωτοπόρους ποιητές. Ο ίδιος ο Χιρόντο θα απλοποιήσει τα πράγματα δίνοντας εισαγωγικά τη δική του εκδοχή: Καμία προκατάληψη δεν είναι τόσο γελοία όσο η προκατάληψη της ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΙΑΣ. Και θα απομυθοποιήσει τη δημιουργία των ποιημάτων γράφοντας: […]βρίσκεις ρυθμούς καθώς κατεβαίνεις τη σκάλα, ποιήματα πεταμένα στη μέση του δρόμου, ποιήματα που κάποιος μαζεύει σαν αποτσίγαρα από το πεζοδρόμιο.[…]ρίχνω τα είκοσι ποιήματά μου, σαν μια πέτρα, χαμογελώντας μπροστά στο ανώφελο της πράξης μου.

Έτσι, αυτά τα είκοσι ποιήματα θα μπορούσαν να διαβαστούν και μέσα στη βουή του πλήθους ή μέσα στο αντιποιητικό περιβάλλον ενός τραμ. Μα, ναι, γιατί όχι;

Έπειτα είναι η σειρά που παρουσιάζονται τα ποιήματα, ή μάλλον η απουσία κάποιας μελετημένης σειράς, που εκτιμάται σαν ένα δεύτερο στοιχείο νεωτερικότητας. Εύστοχα γράφει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: Τα είκοσι ποιήματα της συλλογής παρουσιάζονται εν είδει καρτ ποστάλ που για κάποιο λόγο ανακατεύτηκαν. Το καθένα απ’ αυτά φέρει την τοπική και χρονολογική του ταυτότητα (έχουν γραφεί σε δώδεκα πόλεις έξι χωρών από το 1920 ως το 1922) δείχνοντας έτσι τον πολυταξιδεμένο δημιουργό τους και θυμίζοντας τις εικόνες που βλέπει ο ταξιδιώτης για να ανακαλέσει στη μνήμη του τους τόπους που επισκέφτηκε.

Το τι διασώζει βέβαια μέσα στις ποιητικές αυτές εικόνες ο Χιρόντο είναι το πλέον ενδιαφέρον από όλα, που και μόνον αυτό θα αρκούσε για να του προσδώσει το πνεύμα του μοντερνισμού. Για παράδειγμα στο Σεβιλλιάνικο θα απομονώσει αυτή την απίστευτη συνύπαρξη:

[…]

Και ενώ, μπροστά στην Αγία Τράπεζα, λιώνει

το φύλο των γυναικών καθώς ατενίζουν έναν

Εσταυρωμένο που αιμορραγεί από τα εξήντα έξι

πλευρά του, ο ιερέας μασάει μια παράκληση σαν

ένα κομμάτι chewing gum.

(Σεβίλλη, Απρίλιος 1920)




Ή στο Κι άλλο νυχτερινό δείτε πώς η μοναξιά περιγράφεται σε απόλυτο συσχετισμό με τα απλά αντικείμενα, και μάλιστα σε τοπίο παριζιάνικο:

[…]

Γιατί κάποιες φορές αισθανόμαστε τόσο θλιμμένοι

όσο ένα ζευγάρι κάλτσες πεταμένο σε μια

γωνιά; Και γιατί, κάποιες φορές, μας ενδιαφέρει

τόσο το παιχνίδι που σαν μπαλάκι παίζει η ηχώ

των βημάτων μας με τον τοίχο;

(Παρίσι, Ιούλιος 1921)



Αλλού θα δούμε εικόνες απίστευτης σύλληψης:



Ο δρόμος περνάει με μυρωδιά από έρημο,

ανάμεσα σε μα ζωοφόρο από νέγρους καθισμένους

στο κράσπεδο του πεζοδρομίου.

(Γιορτή στο Ντακάρ)



[…]

Τα κορίτσια του Φλόρες κάνουν βόλτα αγκαζέ, για να μοιραστούν την αναστάτωσή τους, κι αν κάποιος τις κοιτάξει κατάματα, σφίγγουν τα πόδια  από φόβο ότι το φύλο τους θα πέσει στο πεζοδρόμιο.

(Μπουένος Άιρες, Οκτώβριος 1920)



Η παρατηρητικότητα του ποιητή και κατόπιν η μετουσίωση των εικόνων σε αυθεντικό ποιητικό λόγο με τη θεματολογία να αποδεσμεύει χρονικά τους στίχους από την εποχή τους σ’ ένα διαχρονικό ενδιαφέρον ταξίδι. Η ποίηση του Χιρόντο είναι μια αποτύπωση της καθημερινότητας, όπως τη συλλαμβάνει με το οξύ του βλέμμα και τη δίνει σε αλλεπάλληλες όψεις, αγγίζοντας συχνά ένα σουρεαλιστικό τρόπο γραφής. Άλλωστε η πρόθεσή του ήταν να φέρει σε επαφή την αργεντίνικη παράδοση στην ποίηση με την πρωτοπορία όπως τη συνάντησε στα ταξίδια του στα ευρωπαϊκά κέντρα της κουλτούρας και των νέων πειραματισμών. Και ίσως δεν έχει τόση σημασία αν αυτά τα ποιήματα όντως διαβάζονται στο τραμ ή σε μια ήσυχη γωνιά σε μια ώρα περισυλλογής. Η αξία τους είναι δεδομένη και η επισήμανση του δημιουργού τους στο τίτλο της συλλογής ας εκλαμβάνεται ως μια απόρριψη του καθιερωμένου τρόπου ανάγνωσης, δείγμα του καινοτόμου πνεύματος.

Η έκδοση πολύ σωστά δίγλωσση, για να ακούγεται η ποιητική φωνή και στις δύο εκδοχές της, την πρωτότυπη και τη μεταφρασμένη. Και με την απαραίτητη εικοσασέλιδη εισαγωγή για να γνωρίσουμε καλύτερα την εποχή, τα νέα ρεύματα, το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε η ποίηση αυτή, γιατί φυσικά τίποτα ποτέ δεν προέκυψε από το πουθενά. Πολύ περισσότερο αν αναφερόμαστε στο αντίπαλον δέος του μεγάλου Μπόρχες, τον Ολιβέριο Χιρόντο, αυτής της άλλης μεγάλης προσωπικότητας της αργεντίνικης πρωτοπορίας.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/eikosi-poiimata-gia-na-diavastoun-sto-tram/)