Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

V.I.T.R.I.O.L. Ένα παράξενο, πρωτότυπο βιβλίο της Ελευθερίας Παραγιουδάκη (Λυκαίας Ιεροφίλης) με εικαστικά της Ελευθερίας Εμμανουήλ εκδόσεις Οσελότος


V.I.T.R.I.O.L.

Ένα παράξενο, πρωτότυπο βιβλίο

της Ελευθερίας Παραγιουδάκη (Λυκαίας Ιεροφίλης)

με εικαστικά της Ελευθερίας Εμμανουήλ
εκδόσεις Οσελότος




Έτσι μας συστήνεται το βιβλίο:

V ISITA

I  NTERIORE

T ERRA

R ECTIFICANDO

I  NVENIES

O CCULTUM

L APIDEM



Επισκέψου το εσωτερικό της γης και καθαρίζοντας,

θα ανακαλύψεις  τη μυστική -φιλοσοφική- λίθο…



Το V.I.T.R.I.O.L. συμβολίζει το παγκόσμιο διαλυτικό!

Το εσωτερικό ταξίδι του ανθρώπου

προς την προσωπική Ιθάκη του. 

Την αυτοπραγμάτωση.

Μοναδικό νόημα της αυτογνωσίας η αγάπη.

Η μοναδική ουσία της νοήμονος αγάπης

συνέχει τους κόσμους.




Ουτοπία / έχω ένα όνειρο



Κι ως οι αυγές λιγώνουν στα επινίκια νύχτας και

οι ζεστές μέρες μισεύουν στων ανέμων το μεθύσι,

μια ευχή μονάχα κάνω.

Γίγαντα αντρειωμένο τον ξανοίγω τον δεσμό μας,

στο χάσιμο του ΕΓΩ!

Και του ΕΜΕΙΣ η υπόσταση, σκυταλοδρόμος ακούραστος,

να παίρνει τη ρεβάνς στις σχέσεις.

Τα σκοτεινά δωμάτια ν' αερίσει η αυριανή παρέα

και νέα τραγούδια να ζωντανέψουν σοβάδες

και κουφώματα χάρβαλα.

Να κάμει φιλιά το ξέφτι του πόνου με της ψυχής το ντέρτι

κι ο ξένος ομοαίματος να ζυγώσει -

κοινή τράπεζα και θεία μεταλαβιά το ΕΝΑ!

Έτσι ονειρεύομαι κόσμο μυστικό, σε φύλλα κρυφά κι απόσκια.

Μ' ένα όνειρο αληθινό καρτερώ

του θερισμού το δρεπάνι να αγγίξει τον Άτλαντα.

Και μ' ανάσα κι αναστεναγμό -χαλάλι η ζήση- του Άδη

τις καστρόπορτες θαρρετά ν' αντικρύσω.

Μάγισσας γέννα και πατρίδα μου οι βροχές!

(οπισθόφυλλο)




Στο εισαγωγικό σημείωμα γράφει ο Λύκος Παραβάτης:

[…]

Ω, τίποτα πιο ελκυστικό για τον άνθρωπο με τη συνεχή εσωτερική τάση προς το ανερμήνευτο! Ιδίως για εκείνα τα ιδιαιτέρως προικισμένα πλάσματα, που έβγαιναν στο ξέφωτο της αρχέγονης Μνήμης, σε επίπονη προσπάθειά τους να ¨θυμηθούν», αντίθετα στις απαγορεύσεις των ιερέων που περιέβαλλαν με τρόμο και απειλές «απώλειας της ψυχής» όσους γύριζαν πίσω στην ουσία του Όντος απ’ όπου απεσπάσθησαν.

[…] ο κόσμος του Χάους δεν έχει στεγανά όσο κι αν αυτό φοβίζει. Τα περάσματα προς την ουσία του είναι δύσβατα, τρομακτικά, ναι, συχνά επαπειλούν με τρέλα ή και θανατηφόρο έκσταση τον μύστη, αλλά είναι ΥΠΑΡΚΤΑ! Ο Ηρακλής, ο Ορφέας, η Περσεφόνη, ο Λάζαρος και όσοι μετείχαν δύο κόσμων, δεν είναι παρά η απλοϊκή επισήμανση της δυνατότητας ολίγων, των σαλών, όσων τραυλίζουν σε γλώσσα ακατάληπτη τη γνώση που τους χαρίστηκε προνομιακά.




Ανθολογώντας από το βιβλίο:



Ορφανοτροφείο ανηλίκων γερόντων



Μια αυτοσχέδια βακτηρία χτυπούσε ρυθμικά, μαρμάρινα βήματα μετρώντας:

Ταπ… ταπ… ταπ ταπ... Ταπ... ταπ... ταπ ταπ....

Μισοκρυμμένος πίσω απ' τον τοίχο, ο νεαρός  υποστηριζόμενος με κάλεσε να τον βοηθήσω στο τελευταίο σκαλοπάτι.

«Σίμωσε, κοπελιά μου, γιάντα δε με καλοβοηθά η κατσούνα»

Πλησίασα, το -σαν σε προσκυνητάρι- ζωγραφισμένο από τη ζωή πρόσωπο, με ρυτίδες, ωραία κεντίδια και δύο μάτια λίμνες γαλάζιες, άπατες!

Στάθηκε μπροστά μου, κι όλο απορία με ρώτησε:

«' ντα θες, απατή σου,  στο σπίτι με τα ’ρφανά;»

Πρώτη φορά συναντούσα τον εκφραστικό γέροντα στον Οίκο Ευγηρίας, που ζούσε η μητέρα μου, τους τελευταίους μήνες.

« Ήρθα να δω τη μητέρα μου» εξηγούσα, καθώς τον συνόδευε προς το θάλαμο, που μου υπέδειξε με την κατσούνα.

«Πώς σας λένε;» ρώτησα τη ζωντανή αγιογραφία  που συνόδευα.

«Ηρακλή» απάντησε χωρίς περιστροφές «και πάω εδά να σκοτώσω την Ύδρα!

«Το νησί;»  τον ρώτησα κρυφογελώντας.

«Τη Λερναία μαθές!  Να!  Θα στέκω μπροστά στο καρφίχτη και θα τση μιλιώ, θα τση μιλιώ, ίσαμε να τηνε καταφέρω!»

«Και πώς θα την καταφέρετε να πεθάνει μόνο με την κουβέντα;» αρπάχτηκα για να του λύσω τη γλώσσα.

«Όφου, κοπελιά μου, κι είσαι μικιό.  ΄Ανε τση ξιστορίσω τσι πόνους και τσι καημούς μου, θα ποθάνει!  Κατέεις εδά, κοτζάμ Ηρακλή, απατή μου, και εκαταφέρανέ με.  Μόνο απατή σου, γλάκα μακριά, μη σαν ανιστορώ τζη ξυπνήσουνε οι δαιμόνοι και μακελέψουσί σε. Σάλευγε, κοπελιά μου, και τσι κρατώ με το ζόρε».

Μ’ έσπρωξε μαλακά με την κατσούνα και μπήκε στο θάλαμο, κλείνοντας την πόρτα με θόρυβο, σαν να σφράγιζε την πύλη του Άδη.

Λίγο αργότερα στο δωμάτιο της μάνας μου, εξιστορώντας της το συναπάντημά μου με τον αξιαγάπητο γέροντα, πήρα την πιο πικρή κι αληθινή απάντηση:

«Μα, κοπελιά μου, εδώ που με φέρατε, τι θαρρείς πως είναι; Ορφανοτροφείο ανηλίκων γερόντων είναι!» είπε και χαμήλωσε το κεφάλι...



Το επόμενο πρωί με βρήκε ξάγρυπνη σε υγρό μαξιλάρι.  Όλη νύχτα μιλούσα με τσι δαιμόνους του μπάρμπα Ηρακλή.  Μα σάμπως το ξημέρωμα, καθώς ανασήκωσε το φως της σκοτεινιάς  τον πέπλο, σε κάποιον αναγνώρισα έναν μεγάλο φόβο μου κι άλλος μύριζε νυχτερινό μου εφιάλτη!

Ξαμόλησε ο γέροντας, τους δαίμονές του στο κατόπι μου!  Η ψυχή του κόσμου (anima mundi)  γεννά τους εφιάλτες μας στ' απόσκια των ονείρων, στου ασυνείδητου τη χώρα. Πρώτη φορά δεν κράτησα υπόσχεση.



Όσο κι αν το προσπάθησα εκείνο το βράδυ, δεν σκότωσα την Ύδρα!

______________



Λεξικό Κρητικής διαλέκτου:

κατσούνα: το μπαστούνι

καρφίχτης: ο καθρέφτης

γλάκα: τρέξε

απατή σου: εσύ, ο εαυτός σου

σάλευγε: τρέξε, φύγε




Το ξωτικό του νεκροταφείου (αποσπάσματα)



[…]

Συχνά τον ακούνε να μιλάει δυνατά και να δίνει συμβουλές ή να συμπεριφέρεται σαν να ακούει οδηγίες από τον αέρα. Ο παπα Γιώργης, που λειτουργεί στο κοιμητήρι, τον έχει φωνάξει πολλές φορές και συζητάνε γι’ αυτές τις παράξενες συνομιλίες του και έχει βγάλει τα συμπεράσματά του.

[…]

Άνοιξε το μικρό βορεινό παραθυράκι, απ’ όπου είχε κρυφακούσει τον διάλογο του κυρ Βαγγέλη με το υπερπέραν. Φως χύθηκε μέσα στην  αποθήκη με τα εργαλεία. Το μικρό κρεβάτι στον τοίχο, στρωμένο. Μόνο στην άκρη του τραπεζιού, το ποτήρι με το μισοπιωμένο κοκκινέλι. Και πάνω στην καρέκλα, ένας μικρός σωρός. Ένας σωρός από ό,τι αποτελούσε τα φύλλα περιτυλίγματος του παράξενου ξωτικού, που μιλούσε με τους αποθαμένους. Ένας σωρός από παππουδίστικες μάλλινες φανέλες και πουλόβερ. Και στο πάτωμα, μπροστά στην καρέκλα, εκείνο το χωματί παντελόνι που φορούσε σαν δούλευε.

Ο Κωστάκης, περίεργος, άπλωσε τα χέρια στον παράξενο σωρό. Στη στιγμή το χέρι του γέμισε χώμα, που σκόρπισε στο πάτωμα σαν λεπτή πούδρα. Ακριβώς όπως στις δοκιμές του κυρ Βαγγέλη, πριν την εκταφή.  

Στεγνό και χωρίς υγρασία… Έτοιμο!




Μεγάλωσα στον κήπο του πατέρα μου, στο Δάσος Χαϊδαρίου, που είναι το «χωριό» μου από το 1963, όταν ήταν ακόμα αραιοκατοικημένο και παραδείσιο. Το κτήμα της οικογένειας έγινε από τα πρώτα μου βήματα «ο κήπος της Εδέμ» - τράφηκα με τ’ αρώματα, τις γεύσεις και τη γη του. σ’ αυτή την άκρη της Αθήνας μεγάλωσα, εκπαιδεύτηκα, ερωτεύτηκα, έγινα μητέρα και δημιουργός.

(από το βιογραφικό της Ελευθερίας Παραγιουδάκη, όπως παρατίθεται στο βιβλίο)



Διαβάζοντας [το V.I.T.R.I.O.L.] ένιωσα μια αυθεντική και έντονη γραφή – ειλικρινή και άμεση, που καταφέρνει να εισδύσει στις ταλαιπωρημένες ψυχές των ηρώων της, για να τις τραβήξει και αν τις λυτρώσει στο φως των αναγνωστών της.

(από το σημείωμα της εικαστικού Ελευθερίας Εμμανουήλ)

επιμέλεια - ανθολόγηση: Διώνη Δημητριάδου


Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

"με τους παλιούς καπνούς" (σαν τραγούδι) και μια φωτογραφία του Κωνσταντίνου Μάνου


"με τους παλιούς καπνούς"

(σαν τραγούδι)




με δυνατά οινοπνεύματα

και τους παλιούς καπνούς

ξορκίζω τα μυθεύματα

θαμμένους εθισμούς

με κάποιες λέξεις ζαλισμένες

φωτογραφίες κουνημένες



σαλεύουν τα μηνύματα

μιας άλλης εποχής

του σώματος σκιρτήματα

έρωτες της στιγμής

σε κάποιες θάλασσες χαμένες

θολές εικόνες σκονισμένες



απτάλικα τα βήματα

γυρίσματα στροφές

του νου αποκυήματα

σε σκοτεινές γωνιές

για κάποιες λέξεις νικημένες

κρυφές λαχτάρες ξεχασμένες



Διώνη Δημητριάδου
(φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος)




















Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Καρμπόν μυθιστόρημα του Γιώργου Κούβα εκδόσεις Κίχλη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/carbon/


Καρμπόν

μυθιστόρημα

του Γιώργου Κούβα

εκδόσεις Κίχλη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/carbon/




μια ζωή «αποδημητική»

[…] καθένας από εμάς ζει ταυτόχρονα δύο ζωές. Η πρώτη, η πραγματική, είναι αυτή που βιώνει η ύπαρξή μας μέσω των συναισθημάτων μας. Η δεύτερη, η αποδημητική όπως τη βάφτισα εγώ, είναι η ζωή που πλάθουμε για εμάς σ’ έναν εικονικό κόσμο μεταξύ ονείρου και φαντασίας, και περιλαμβάνει όλα τα πράγματα που λαχταρούμε να ζήσουμε.

Ζωή πραγματική, ζωή φαντασιακή, αλληλοσυμπληρούμενες εικόνες. Αυτό που ζεις και αυτό που λαχταράς να ζήσεις. Αυτό το τελευταίο χτίζεται μέσα από νοητικούς μηχανισμούς, και το περιεχόμενό του εμπλουτίζεται καθώς προχωράει η άλλη ζωή όλο και πιο πολύ στην καθημερινή της πεζότητα. Την πραγματικότητα τη διυλίζουμε μέσα από τα συναισθήματα, τον εικονικό κόσμο τον χτίζουμε με τον νου. Ο ήρωας της ιστορίας του Γιώργου Κούβα φαίνεται αποφασισμένος να επιλέξει ανάμεσα στις δύο εκδοχές της ζωής. Και επιλέγει τη δεύτερη, την αποδημητική, όπως εύστοχα την ονομάζει, γιατί μέσω αυτής καθίσταται δυνατή και η μακροημέρευση της πρώτης. Ξεφεύγοντας από το περιβάλλον της πραγματικής ζωής εισχωρεί στον εικονικό κόσμο, τον χώρο των επιθυμητών πραγμάτων παρέχοντας στον εαυτό του την πληρότητα της ύπαρξης. Η επινόηση του συγγραφέα ενδιαφέρουσα έως και ανατρεπτική: η εισχώρηση στο εικονικό περιβάλλον δεν θα γίνει μέσω μιας νοητικής διεργασίας αλλά μέσω μιας αίσθησης, της ακοής. Έτσι, κατά τη συγγραφική λογική, οι δύο ζωές θα ενωθούν, όπως δένει ομαλά το υπαρκτό με το φαντασιακό. Σ’ αυτή την ένωση επάνω δομείται όλη η ιστορία.

Ο Άρης Κοντός γεννιέται χωρίς κανένα, όπως λέει, γονίδιο κοινωνικότητας. Έτσι ερμηνεύει την ιδιαίτερη σχέση που έχει με τους ήχους. Άλλωστε άργησε ως παιδί να μιλήσει αλλά και όταν το έκανε προτιμούσε τη σιωπή και την απομόνωση. Λατρεύει όμως να συναρμολογεί παζλ και, φυσικώ τω τρόπω, εργάζεται ως συναρμολογητής σε εταιρεία επίπλων. Μετά από ένα ατύχημα στη δουλειά αποκτά ένα καρούμπαλο πίσω από το αυτί και μια όξυνση της ακοής του έξω από τα ανθρώπινα μέτρα. Μπορεί πλέον να ακούει τους χαμηλούς ήχους, τους ψιθύρους από τα άλλα πατώματα, μπορεί να «παρεμβαίνει» ακάλεστος στη ζωή τους. Όσο κι αν αυτή η εισβολή των ήχων είναι δυσάρεστη, του προσδίδει μια αίσθηση δύναμης που ως τότε του έλειπε.

Συνειδητοποίησα ότι, εφοδιασμένος με το όπλο της υπερανθρώπινης ακοής, δεν είχα τίποτα να φοβηθώ. Μου έδινε ένα προβάδισμα απέναντι σε οποιονδήποτε με πλησίαζε.

Παρακολουθώντας μέσω των ήχων τη ζωή του γείτονά του, Φίλιππου Ροδόπουλου, διάσημου ζωγράφου, αρχίζει να μεταπηδά από την κρυφακοή στη μίμηση της ζωής του άλλου. Αρχικά με τη διαρρύθμιση του διαμερίσματός του, ώστε να γίνει ένα πανομοιότυπο αντίγραφο του σπιτιού του ζωγράφου, κατόπιν με αντιγραφή των συνηθειών του, ακόμη και με μια άτεχνη μίμηση της ζωγραφικής του. Λες και στη ζωή του άλλου πάτησε με καρμπόν το προσωπικό του αντίγραφο. Η ιδεολογική θεώρηση του εγχειρήματος σχεδόν έτοιμη στο μυαλό του, ικανή να δικαιολογήσει τη διαγραφή της αληθινής του ζωής και την υποκατάστασή της με τη δανεική, αυτήν που υποκλέπτει.

Γιατί δηλαδή είναι κακό να μεταπηδήσω σ’ έναν κόσμο χτισμένο από κάποιον άλλο; Χρειάζονται πάντως κότσια για να πηδήσεις μέσα σ’ έναν πίνακα. Δεν είναι μια απλή απόφαση. Πρέπει να προηγηθεί η παραδοχή ότι ο κόσμος όπου θα ήθελες να ζήσεις δεν είναι κάτι το απρόσιτο· είναι δίπλα σου, και το μόνο που απαιτείται είναι ένα παράτολμο σάλτο.

Το έδαφος ήταν λειασμένο από νωρίς, από την παιδική του ηλικία, τότε που τον συνέκριναν  με τον παππού του και έβρισκαν ότι του έμοιαζε εμφανισιακά. Όσο του έλεγαν όμως «Φτυστός ο παππούς σου είσαι, Άρη», τόσο αυτός εντόπιζε τη διαφορά του πρωτοτύπου από την απομίμηση, κυρίως στη ζωντάνια και την εκλέπτυνση της εμφάνισης του παππού και στο άχρωμο αποτέλεσμα που εν συνόλω έδινε εκείνος. Τώρα του δίνεται η ευκαιρία να ενδυθεί τη ζωή του προτύπου του, να γίνει ο Φίλιππος Ροδόπουλος που περιτριγυρίζεται από όμορφα μοντέλα και κάνει χλιδάτα πάρτυ με τους πλούσιους φίλους του, μόλις έναν όροφο πάνω από το κεφάλι του. Εύκολα μπορεί να εισχωρήσει και στο σπίτι και στη ζωή του. Φυσικά όταν η αντιγραφή αυτή δεν θα μείνει μόνο στη φαντασία του αλλά θα αποκτήσει και υπόσταση υλική, θα μεταλλαχθεί η μίμηση σε μια ιδιότυπη πλαστοπροσωπία. Όσο κι αν αγγίζει πλέον τα όρια του αθέμιτου και του παράνομου, ο ίδιος επιτέλους κερδίζει μια επωνυμία με όλα τα χαρακτηριστικά που τον ελκύουν.

Το σκηνικό του διαμερίσματός μου δεν θύμιζε πια σε τίποτα το παλιό εργένικο οχυρό. Και όσο κι αν το ατελιέ δεν κάνει τον ζωγράφο, και μόνο που κυκλοφορούσα εκεί μέσα, ένιωθα αλλαγμένος. Κάθε αντικείμενο που είχα προσθέσει μου έδινε πόντους αυτοπεποίθησης. Κι ολοένα το βελτίωνα. Έβγαλα όλες τις κουρτίνες από τα παράθυρα κι έγινα αέρινος. Άφησα μια διαφανή σαμπανιέρα στο υπνοδωμάτιο και αισθάνθηκα οινογνώστης. Δυο καλαθωτές καρέκλες στο μπαλκόνι κι ήμουν ταξιδευτής. Δυο ποπ γκραβούρες στο σαλόνι μ’ έκαναν διανοούμενο.[…] Μου φαινόταν πως όλες αυτές οι αλλαγές χάραξαν πορεία ανάδυσης στο υποβρύχιό μου. Αν συνέχιζε έτσι, σε λίγο καιρό θα έπλεε πλέον στ’ ανοιχτά, σαν κρουαζιερόπλοιο.


Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η απολύτως εξομολογητική νότα στη γραφή, η εναλλαγή του δραματικού με το κωμικό στοιχείο, προσδίδουν στην  ιστορία μια αφοπλιστική αληθοφάνεια, όσο κι αν ο συγγραφέας οδηγεί με το εύρημά του σε εξωρεαλιστικό / εξωανθρώπινο  τοπίο. Ο υπαρξιακός χαρακτήρας του θέματος τοποθετεί το «Καρμπόν» στον μεταιχμιακό χώρο ανάμεσα στα αφηγήματα που διαχρονικά ερευνούν τα όρια του επιθυμητού στη σύγκρουσή του με το ατελές καθημερινό του βίου και σ’ αυτά που με σύγχρονο προβληματισμό μας οδηγούν σε νέους ορίζοντες αναζήτησης των εσώτερων επιθυμιών. Ποιοι θα είναι οι στόχοι του ανθρώπου, σ’ έναν κόσμο που αποθεώνει τα αντίγραφα (προσώπων, ιδεών, πολιτικών συστημάτων, απολαύσεων και επιθυμιών), όταν όλα θα τα έχει ζήσει και θα τα έχει απαξιώσει; Σε ποια πρότυπα θα στραφεί και με ποιον τρόπο θα θελήσει να τα ενσωματώσει στον εαυτό του, όταν όλα γύρω του ως αξιακοί στόχοι θα έχουν καταρρεύσει; Και, η όποια επιλογή του θα έχει τη σφραγίδα του θεμιτού ή του αθέμιτου; Μήπως τα όρια, τα οποία θα υπερβεί ο ήρωας του «Καρμπόν», δεν είναι τόσο μυθοπλαστικά αποκυήματα της συγγραφικής φαντασίας;

Ο ήρωας έχει απόλυτη συνείδηση του δρόμου που έχει χαράξει, και αυτό είναι το πλέον συγκλονιστικό στην ιστορία του. Όπως μεταβαίνει από την απλή (και ίσως συγκαταβατικά κατανοητή) μίμηση προς την ιδιοποίηση του ξένου ρόλου ομολογεί:

[…] πασχίζοντας για μια έσχατη λύση, πήρα τη θαρραλέα απόφαση: να κάνω τη ζωή του κούφιου ζωγράφου δούρειο ίππο μέσω του οποίου θα τολμούσα τη μεγαλειώδη έξοδο από τη μετριότητα.

Το αν θα τα καταφέρει ή όχι να ξεφύγει από τη μέτρια ζωή του είναι ένα από τα ερωτήματα του βιβλίου. Ίσως η μεγαλύτερη κατάκτησή του να είναι η συμφιλίωσή του με το δικό του όνομα στο τέλος του βιβλίου.

Το όνομά μου είναι Άρης Κοντός

Μέχρι να φτάσει, όμως, σ’ αυτό το σημείο έχει περάσει πολύς χρόνος, και ταυτόχρονα έχουμε πολλές εναλλαγές στην πλοκή αυτού του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου. Είναι σημαντικό για τα σημερινά λογοτεχνικά πράγματα να συναντάς ένα μυθιστόρημα με χαρακτήρες, με πλοκή, με θέμα πάνω απ’ όλα. Και να μη θεωρηθεί αυτό το τελευταίο υπερβολή. Αυτή η ελάχιστη αλλά αναγκαία και ικανή συνθήκη προκειμένου να γραφεί μια ιστορία δεν συμπεριλαμβάνεται πάντα δυστυχώς στις προδιαγραφές μιας συγγραφής. Ο Γιώργος Κούβας, όμως, με το «Καρμπόν» του «ξαναδιαβάζει» τις βασικές αρχές ενός μυθιστορήματος. Και πετυχαίνει τον στόχο του. Αν μάλιστα ληφθεί υπ’ όψη ότι πρόκειται για το πρώτο του μυθιστόρημα, τότε το όλο εγχείρημα αποκτά νομίζω και άλλη αξία.



Διώνη Δημητριάδου


"Ο ήχος της σιωπής" του Γιώργου Θ. Τζια εκδόσεις Οροπέδιο Η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Booktour


«Ο ήχος της σιωπής»
του Γιώργου Θ. Τζια
από τις εκδόσεις  «Οροπέδιο»
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Booktour http://www.booktourmagazine.com/news/mia-kritiki-proseggisi-stin-poiitiki-syllogi-o-ichos-tis-siopis-toy-giorgoy-th-tzia-apo-tis-ekdoseis-oropedio/






Πόσο πιο ξεκάθαρη μπορεί ποτέ να είναι η ποιητική σκέψη; Όπως θα λέγαμε δυο λιτές, σταράτες κουβέντες σε φίλο που θέλει ν’ ακούσει. Φυσικά αυτή είναι η απαραίτητη προϋπόθεση, η οποία εξ αρχής τίθεται από τον ποιητή στο προλογικό του σημείωμα:

«Αποκλειστικώς και μόνο εις ώτα ακουόντων η δια του εμμέτρου λόγου ειλικρινής κατάθεση ψυχής του γράφοντος»

Έτσι, ο τείνων το ευήκοον ους αναγνώστης του εισέρχεται προϊδεασμένος στις ποιητικές του σελίδες. Μόνο η αλήθεια θα ειπωθεί εδώ. Γιατί έχουν στενέψει πια οι χρονικοί ορίζοντες, και δεν χωρούν άλλα ψέματα. Κυρίως για όποιον θήτεψε επί μακρόν σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, δοκίμασε την ήττα, τη διάψευση, και ζητά τώρα να μιλήσει για τον ‘μέσα κόσμο’, τον αλώβητο από κενά λόγια και ψεύτικα οράματα.



Η ‘ποιητική’ του Γιώργου Τζια, η άποψή του για τα ποιητικά πράγματα, είναι διαυγής εικόνα. Ο ποιητής οφείλει να μιλήσει, να βγάλει την ιδέα που δουλεύει μέσα του, προκειμένου να συμπαρασύρει και τους άλλους στην κοινή θέα. Γιατί:

«Στασίασαν

λέει οι ποιητές

στο βασίλειο του θανάτου

Σμιλευτές της ανθρώπινης ψυχής είναι δυνατόν ν’ αντέξουν την αιώνια απραξία;» (Ψίθυροι)

Έτσι, μας δείχνει πώς εννοεί αυτός την (πολύ παρεξηγημένη είναι αλήθεια) ‘στράτευση’ της ποίησης. Αδύνατον να μείνει άπρακτος. Αν είναι να μιλήσει κάποιος, αυτός ας είναι ο ποιητής.

Σε ώριμη πλέον ενατένιση της ζωής, μια συνθήκη που καθίσταται δυνατή με την πείρα και είναι σαφώς συνακόλουθη της ηλικίας, ανοίγει τα χαρτιά του τα ποιητικά ή αλλιώς ανοίγει μια χαραγματιά στην ψυχή του. Και γράφει.

Ο λόγος του είναι λιτός στη μορφή  χωρίς πολλά τσακίσματα εκφραστικά και πολυδαίδαλα σχήματα, γι’ αυτό  δίνει γερά χτυπήματα στη συνείδηση του αναγνώστη που θα ανιχνεύσει το νοηματικό νήμα και θα τον ακολουθήσει στην ποιητική του πορεία.

Πρόκειται για πολιτικό λόγο (από τους πιο ενδιαφέροντες λογοτεχνικά) ταυτόχρονα, όμως, έχουμε και μια ευαίσθητη κατάθεση προσωπική σε θέματα ανθρώπινης αγωνίας, όπως αυτό της συνειδητοποίησης του άφευκτου τέλους μιας πορείας. Και το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι αυτές οι δύο παράμετροι της ποίησής του συμπλέουν αρμονικά, συχνά στον ίδιο στίχο, με σίγουρη γνώση της αξιωματικής πρότασης: ο άνθρωπος με την πλήρη σημασία της έννοιας, δεν μπορεί παρά να είναι και βαθύτατα πολιτικός.

Μαζεύει μνήμες, συγκροτεί τη σκέψη του και ανοίγεται στον αναγνώστη φέροντας αναπόφευκτα ως φορτίο τις εμμονές του, την αναγκαία υπακοή σε δόγματα ως απότοκο πολύχρονης τριβής με τις αυταπόδεικτες αξίες και τα διαρκώς ανανεωμένα οράματα. Ακόμη και όταν κατανοεί πως τα δόγματα εξέπνευσαν προ πολλού:

«Από συνήθεια δεσμώτες

τις δικές μας εμμονές

δογματικά ακολουθούμε» (Ιχνηλατώντας)





«Δέσμιοι της αντίληψης άσπρο – μαύρο


ρακοσυλλέκτες εκούσιοι

στα συντρίμμια

των δικών μας επιλογών

αναλώνουμε το χρόνο μας» (Διαπιστώσεις)



Νιώθει την τραγικότητα



«…τολμάμε εμείς

οι εν δυνάμει αυτόχειρες

όρους νικητών να θέτουμε…»



Στέκεται κι ατενίζει την πραγματική εικόνα γύρω του



«Εικόνα ίδια με τη μοναξιά του στρατιώτη

στη βομβαρδισμένη πόλη» (Εμείς οι…)



Η τριβή του Γιώργου Τζια με την πολιτική σκέψη και πρακτική καθιστούν μονόδρομο την αναγκαιότητα η πολιτική του άποψη να φθάσει σε όσο γίνεται περισσότερους αποδέκτες, ως μια εμμονή ακόμη για τη συνειδητοποίηση των μαζών.



Ωστόσο η άλλη όψη, η πιο προσωπική αυτής της ‘κατάθεσης’ του ποιητή, μας αποκαλύπτει και μια μοναξιά, ίσως όχι εκπορευόμενη αναγκαστικά από την ανθρώπινη απουσία όσο συνυφασμένη με την ψυχοσύνθεση του:

 «…Κι εγώ

μικρός κι ασήμαντος γραφιάς

τη γλώσσα των νεκρών

με κόπο προσπαθώ να καταλάβω» (Κοντά στο δείλι)



Ανάμεσα σε ζώντες και τεθνεώτες, θα κάνει τη σωστή διάκριση: κάποιοι αν και ζουν είναι νεκροί στη σκέψη, ενώ άλλοι με την εμμονή στο θέμα του θανάτου γράφουν με πλήρη αίσθηση της ζωής που κυοφορείται στον ορίζοντα. Ο ποιητής μας ανήκει ακριβώς σ’ αυτούς, που αν και ζει τη διάψευση οραμάτων:

«…κι ακόμη δεν κατάλαβες πώς κι έγινε

τα όνειρά σου να ‘ρχονται

μουντά συννεφιασμένα» (Ως είθισται)



έχει ακόμη την πίστη ότι:



«…δειλά μα σταθερά

κυοφορείται ελπίδα» (Κάπου εκεί)



Έχει την καθαρή σκέψη να αποτιμά το παρελθόν:



«…Τότε που αρετή κι αξιοπρέπεια

ηττημένες από την ανοχή

ηθελημένα εκπορνεύτηκαν» (Θυμάμαι)



Την ίδια στιγμή που ανιχνεύει το κακό που υποκρύπτεται σε σημερινές εικόνες:



«…Το πλήθος

κατακλύζει ‘αυθορμήτως’

την έμπροσθεν της βουλής

σημαιοστολισμένη πλατεία.

Περιχαρής ο Πλούτωνας

επεκτείνει

τα όρια της επικράτειάς του.

Η δυναστεία του σκότους εδραιώνεται,

ανενόχλητος ο όφις

πολλαπλασιάζει,

καγχάζοντας, το γένος του

 εις τους αιώνας των αιώνων» (Νεκρολογία)



δίνοντάς μας έτσι μέσα από τους στίχους του ίσως την πιο λιγόλογη, σαφή εικόνα της πραγματικότητας.



Πολιτικά και ανθρώπινα μόνος ο ποιητής ολοκληρώνει την κατάθεσή του με το τελευταίο ποίημα της συλλογής (Εν Ελλάδι σήμερον), όπου με απόλυτη απλότητα και ειλικρίνεια θα επαναλάβει τέσσερεις φορές τη λέξη που κλειδώνει μέσα της όλη του τη φωνή: Φόβος.




Αν τα ποιήματα του Γιώργου Τζια είχαν χρώμα, αυτό θα ήταν οπωσδήποτε ένας τόνος πιο πάνω, ένας τόνος πιο κάτω στην κλίμακα των γκρίζων. Η μίξη του άσπρου και του μαύρου. Όπως συνυπάρχει στον τίτλο της συλλογής ‘ο ήχος’ με τη ‘σιωπή’. Και ευτύχησε αυτή η εξαιρετικά φιλοτεχνημένη έκδοση του ‘Οροπέδιου’ (που αποπνέει και γνώση αλλά και μεράκι) να γειτονέψει τους στίχους με τις εικόνες. Όλα τα ποιήματα ‘σχολιάζονται’ με τις ασπρόμαυρες υπέροχες φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου. Σ’ αυτές μιλά η φωτοσκίαση, όπως στους στίχους μιλά η ασπρόμαυρη οδύνη του λιτού λόγου. Μαζί εικόνα και λόγος δένουν σε ενιαίο σύνολο και δίνουν το σκηνικό μέσα στο οποίο βρίσκει τη θέση της η εκλεκτή ποιητική φωνή.


Διώνη Δημητριάδου
























Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Η μνήμη δεμένη σε ένα κόκκινο μαντήλι «Διαβάζοντας» τον ποιητή Δημήτρη Κανελλόπουλο μέσα από πέντε ποιήματα (επιλογή από τη συλλογή «Το Φράγμα της Μνήμης», εκδόσεις Οροπέδιο) Μαζί με πέντε φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου (Κόκκινο στο Μαύρο)


Η μνήμη δεμένη σε ένα κόκκινο μαντήλι
«Διαβάζοντας» τον ποιητή Δημήτρη Κανελλόπουλο
μέσα από πέντε ποιήματα
 (επιλογή από τη συλλογή «Το Φράγμα της Μνήμης», εκδόσεις Οροπέδιο)
Μαζί με πέντε φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου (Κόκκινο στο Μαύρο)



Μόνος από επιλογή αλλά και από τις συνθήκες του καιρού που ανελέητα χτυπούν και αφανίζουν, κρατά της μνήμης τα σημάδια καλά φυλαγμένα μέσα του. Με ασκημένο το κορμί, με καλά δουλεμένη την υπομονή σε έναν αγώνα ματαιωμένο πια, με ερωτικές μικρές φωτιές να καίνε ακόμα μέσα στην ξηρότητα και την αδιαφορία του πλήθους. Περπατά στους ίδιους δρόμους, όπως  τότε, τότε που…

Ψάχνει να βρει ποιος είναι αυτός που αδειάζει την ψυχή του, που σκορπίζει στον άνεμο το ακριβό το βιος. Και πιάνεται από τις μικρές, ελάχιστες εικόνες που κοκκινίζουν το χρώμα τους μέσα στο σκοτεινό τοπίο. Γιατί όποιος αγάπησε το κόκκινο πάντα το κρατάει δεμένο στο μαντήλι του, ένα αδιόρατο σχοινί που κανείς δεν μπορεί να του το πάρει. Κι ας μην υπάρχουν πια τα πρόσωπα που χρωμάτιζαν τη ζωή του πορφυρή. Είναι πιο δυνατή η γνώση της μοναξιάς, ακριβά κατακτημένη και αυτή. Την ώρα της πληρωμής ξέρει πως έχει την πλούσια συγκομιδή, κι ας είναι μόνος.

Η ποίηση του Δημήτρη Κανελλόπουλου έχει κόκκινο το χρώμα, ένα κόκκινο που άλλοτε θυμάται μονοπάτια πολιτικών συγκρούσεων και άλλοτε ακουμπά στα μαλλιά ενός κοριτσιού. Και οι δύο εκδοχές μακρινές, όσο απόμακρος μπορεί να είναι πια ο έρωτας, είτε μιλά για τη διάψευση του πιο ερωτικού τοπίου (αυτό του μαζικού αγώνα) είτε για τη ματαιωμένη παρουσία του ποθητού αντικειμένου. Μοναχικό το σκηνικό έτσι κι αλλιώς. Μα, η ποίηση είναι μια μοναχική υπόθεση, κι αλίμονο σε όποιον δεν το κατανοεί.
Διώνη Δημητριάδου





Ήταν ένας άνθρωπος

Ήταν ένας άνθρωπος

μάζευε εικόνες τις νύχτες

φωτεινά τοπία έκλεινε στην ψυχή του.



Κάποτε έφευγε.

Βάδιζε ασκητής του έρωτά του.

Πάνω του

ακόνιζε το μαχαίρι της η σιωπή.



Προχωρούσε μέσα στη νύχτα

τα μάτια του έκαιγαν την υπομονή

τα ρούχα του έσταζαν το νοτιά·

ένα σκοινί είχε στη μέση.



Ένας άνθρωπος

όλες τις φωνές ήθελε ιδιοκτησία του,

τη βροχή για να σπείρει στη μοναξιά

τα δικά του λόγια,

και τις ματιές που άφηνε πίσω.



Πού είναι τα χρόνια;

Πού είναι τα λόγια;

Τα νωπά χνάρια του μια γραφή

ένας μικρός κόσμος στην ομίχλη.



Ήταν ένας άνθρωπος

μέσα σε σκοτεινό τοπίο.




Αλλά να σου πω κάτι



Για τις πλάτες μου έχω να πω

γιατί δεν μοιάζουν με εκείνες

του αργομίσθου δημοσίου υπαλλήλου

οι οποίες δεν άντεξαν το βάρος μιας επιλογής

και την εγκατέλειψαν·

εγώ δεν είμαι επαγγελματίας νεοέλληνας και

για τις δικές μου πλάτες μιλώ

που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα

από του Άτλαντα τις ιδιότητες

κι όπως κι εκείνου αταλάντευτα

σηκώνουν το βάρος τ’ ουρανού και της φιλίας.



Δεν είναι ξένες κι είναι δικές μου

στα πολλά και στα λίγα·

κρατούν ακόμη γερά

χωρίς καλλιμάρμαρα υποστυλώματα,

κρατικά ινστιτούτα

και δικηγόρους.



Σ’ αυτές στηρίχτηκαν οι μπουκιές μου

ζυμωμένες με τον ιδρώτα

που λίγοι γνωρίζουν τη γεύση του.

Δεν αναπαράγεται από καμιά αργομισθία

αυτή η γεύση

και τα συστατικά της έχουν σχέση

με το «βιβλιοδετείον Σολδάτου» και τα φέιγ-βολάν

των λασπόδρομων του Μενιδίου.



Εγώ

για τις δικές μου πλάτες μιλώ.

Οι άλλες είναι άλλων

και σηκώνουν το δικό τους βάρος.







Το φράγμα της μνήμης



Η μνήμη δεμένη 

σε ένα κόκκινο μαντήλι.

Ακριβό κομπόδεμα.

Κρατά μέσα της

βλέμματα και στιγμές και λέξεις

σφιχτοδεμένα.



Ένα κομπόδεμα κρυμμένο

μέσα στον κόρφο.

Ακουμπά ανεπαίσθητα

στο μέρος της καρδιάς και ξυπνάει,

σαν ανοίγεις την πόρτα και στέκεις

στο κατώφλι της νύχτας ανυποψίαστος,

κάτω από τον έναστρο ουρανό.



Είναι η στιγμή, που νιώθεις

το βάρος του πράγματος:

περπατάς μόνος με το δικό σου φορτίο!



Με την πείνα σου και την δίψα σου

το κομπόδεμα αυγατίζει·

στιγμές που κατατίθενται απαλά

η μια πάνω στην άλλη

ακριβά βλέμματα κρυφά φυλαγμένα.



Ώσπου φτάνει ένας καιρός

και κάποιο χέρι λύνει το κόκκινο μαντήλι·

το φράγμα υποχωρεί

-σκύβεις ν’ ακούσεις τη βουή του χρόνου που περνά-

σαν μαύρο ποτάμι που κυλάει με ορμή.

Όλα γλιστρούν μπροστά,

οι στιγμές, και τα βλέμματα, και οι λέξεις πηδούν

από τα βλέφαρα στο κενό.



Ποιο είναι αυτό το χέρι που αδειάζει

την ψυχή από το βιος της;




Ανεξήγητο συναίσθημα Σαββάτου



Γέρνει το Σάββατο πικρό.

Νοέμβρης κι εγώ

σέρνω την ύπαρξή μου στην οδό Ακαδημίας,

εκεί που γράφει: Έλλη-κινηματογράφος.



Είναι απίστευτο,

πέρασαν κιόλας τριάντα χρόνια

και μένει ο τόπος ίδιος·

με εκείνη τη στιγμή

μετά τη φοβερή καταγγελία του Γκόρπα

για υποχωρήσεις, προδοσίες κι έρωτες αφύσικους

και άλλες καταστάσεις υποθετικές.



Σάββατο πικρό. Κι είναι Νοέμβρης.

Όπως εκείνο το πρωί σαν με είχες μες στη σκέψη σου

και σ’ αιφνιδίασα και παρεδόθης,

επενδύοντας πάνω μου όλη σου την αγάπη.

Με εμφανή τη σύγχυση

των κινήσεών σου, καθώς

σε οδηγούσα στον σκοτεινό ημιώροφο!



Εσύ απρόσεχτη

κι εγώ ένας θρασύτατος βιβλιοϋπάλληλος.



Και πάλι μπροστά στο φορτωμένο περίπτερο

με τους λαθραναγνώστες

καθώς αναβοσβήνουν τώρα τα φώτα,

σούρουπο ενός άλλου Σαββάτου

στο ίδιο μέρος,

να πέφτω στην παγίδα

προσδίδοντας στις κινήσεις μου

μια ψευδή μεγαλοπρέπεια –

μια πάγια τακτική, που πάντα,

με οδηγεί στην άβυσσο.



Και είναι πάλι Σάββατο και είμαι στο ίδιο μέρος.

Φορώ της αφέλειας τα ενδύματα,

άοπλος

μπροστά στο βλέμμα των περαστικών

που αδιάφορα σαρώνει την ψυχή μου.




Ο θάνατος στο κάδρο



Όταν αισθάνομαι τη μοναξιά

από της ψυχής την πηγή να αναβλύζει,

να μου αγκαλιάζει το κορμί

σαν την πρωινή υγρασία

καθώς κατεβαίνει έρποντας

στον δρόμο αόρατη,

τότε σκέφτομαι τι υπήρξα για μένα

και τι για τους άλλους.



Ήμουν κορμί· το κατακτούσαν οι ανάσες

ένα δοχείο πλήρες αισθημάτων

μέσα σ’ αυτή την ανθρώπινη έρημο.



Κι αν ράγισα  κι αν χύθηκα

κι αν εξατμίστηκα, λίγη μονάχα,

σημασία έχει.



Τώρα που ήρθε η ώρα της πληρωμής

περπατώ μόνος

καθώς ο χειμώνας ανελέητος

τον δρόμο αγκαλιάζει ως πέρα.




Δημήτρης Κανελλόπουλος, από τη συλλογή «Το Φράγμα της Μνήμης», εκδόσεις Οροπέδιο.







Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος
γεννήθηκε το 1954 στη Νεμούτα Ηλείας, από την οποία εκπατρίστηκε το 1958, ακολουθώντας την οικογένειά του, στην Αθήνα, ως εσωτερικός μετανάστης. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας) και ιστορία-φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Babes-Bolyai, της πόλεως Cluj Napoca, της Ρουμανίας. Στη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία παρουσιάζοντας στο ελληνικό κοινό ένα αφιέρωμα για τη ρουμανική λογοτεχνία, μέσα από τις στήλες του περιοδικού "Πολιορκία" (τεύχος 14, Άνοιξη 1981), σε συνεργασία με το ρουμανικό λογοτεχνικό περιοδικό "Steaua". Ως θέμα της πτυχιακής του εργασίας διαπραγματεύτηκε την παρουσία των ελληνικών κοινοτήτων στην Τρανσυλβανία, με τίτλο: "Το Ελληνικό εμπόριο και η Δίαιτα της Τρανσυλβανίας από το 1550 έως το 1650". Το 1984, οργάνωσε και παρουσίασε στο ρουμανικό αναγνωστικό κοινό, μια ανθολογία νεοελληνικής ποίησης με το τίτλο "42 Poeti grecii contemporani" ("42 σύγχρονοι έλληνες ποιητές"), έκδοση που έγινε από τον εκδοτικό οίκο "Dacia". Το 1986 εξέδωσε την ποιητική συλλογή "Ομίχλη πέτρινη", εκδ. Ηριδανός, Αθήνα. Το 1996 τη συλλογή "Σκυθικές ερημίες", εκδ. Κολωνός, Αθήνα. Παρουσίασε ένα εκτενές αφιέρωμα στον ρουμάνο ποιητή Anatol E. Baconsky, στο περιοδικό "Πλανόδιον", τεύχος 24, Αθήνα, 1996. Το 2005 εξέδωσε την τρίτη ποιητική του συλλογή, "Σιγή ασυρμάτου", εκδ. Κολωνός, Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, άρθρα ιστορικού, λογοτεχνικού και πολιτικού περιεχομένου σε διάφορα περιοδικά ("Εμβόλιμον", "Λέξη", "Παρέμβαση (της Κοζάνης)", "Πλανόδιον", "Πολιορκία", "Πόρφυρας", "Τετράδια", "Σχεδία", "Οροπέδιο", κ.α.). Από το καλοκαίρι του 2006 εκδίδει το περιοδικό "Οροπέδιο".

(φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου - Κόκκινο στο Μαύρο)

επιμέλεια - ανθολόγηση - σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου